Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

“Έχει χρώμα ο… έρωτας;”

 

“Έχει χρώμα ο…  έρωτας;”, μία νουβέλα της Γεωργίας Κοκκινάκη

Καλωσορίζουμε απόψε στη Λόγω Γραφής μία νέα συνεργάτιδα, την Γεωργία Κοκκινάκη. Είναι ιδιαίτερη η χαρά μου που θα φιλοξενήσουμε σε πρώτη δημοσίευση τη νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;», αφενός γιατί δίνουμε για ακόμα μία φορά «στέγη» σε μία νέα λογοτέχνιδα και αφετέρου γιατί με τη Γεωργία μας συνδέουν κοινοί τόποι και άνθρωποι, μνήμες αγαπημένες ανεξίτηλες, μιας και υπήρξαμε συμμαθήτριες μα και γειτονόπουλα στα παιδικά μας χρόνια.

Της εύχομαι μέσα από την καρδιά μου καλοτάξιδο αυτό της το έργο και την ευχαριστώ με ιδιαίτερη συγκίνηση που στα δικά μου χέρια το εμπιστεύτηκε για να το «περπατήσω» στους αναγνώστες.

 

Κατερίνα Ευαγγέλου Κίσσα



https://www.logografis.gr/category/%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ad%cf%82/%ce%ad%cf%87%ce%b5%ce%b9-%cf%87%cf%81%cf%8e%ce%bc%ce%b1-%ce%bf-%ce%ad%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b1%cf%82/?fbclid=IwAR0jFOtipvS875FUUU5Ygke8uEVG7hVyJKjPA8WaDiGGXPOchA-uk6s918o





Μέρος 2ο

 Μέρος 2ο

 

Δεν πείραξε τίποτα! Το φρόντισε μόνο με στοργή. Το αέρισε, το έβαψε και φύτεψε λουλούδια στους βαμμένους τενεκέδες στο πλακόστρωτο έξω από την πόρτα. Ένα πλακόστρωτο που προστάτευε με τη σκιά του μια μεγάλη γέρικη ελιά. Ένα πλακόστρωτο που ενωνόταν με εκείνο του δρόμου που κατηφόριζε προς την πλατεία και από κει έτρεχε να συναντήσει την παραλία για να αγναντέψει τη θάλασσα. Στο πίσω μέρος του σπιτιού η κληματαριά απλωνόταν ως τα μισά της αυλής. Εκεί, μετά τα μισά, είχαν τη θέση τους οι λεμονιές. Οι λεμονιές που της χάριζαν την αγαπημένη της λεμονάδα! Η θεία Μελπωμένη είχε πάντα ένα γυάλινο μπουκάλι σιρόπι από λεμόνια. Με λίγα παγάκια και νερό έφτιαχνε το νέκταρ του καλοκαιριού. Μάστορες στο σπίτι δεν φώναξε. Ήθελε να τα κάνει όλα μόνη της. Να γεμίσει τις μέρες και τα βράδια της με τη φροντίδα του. Από τα χαράματα σηκωνόταν να μαγειρέψει με τη δροσιά. Έπειτα στρωνόταν στη δουλειά. Το μεσημέρι, μετά το γεύμα, έφτιαχνε ένα ποτήρι καφέ και καθόταν στο τραπεζάκι στο πλακόστρωτο, να αδειάσει από την κούραση και τις σκέψεις.

Έτσι έκανε και  σήμερα. Τακτοποίησε τα πιάτα στην ξύλινη πιατοθήκη, έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε. Το σπίτι ήταν σχεδόν έτοιμο. Μονάχα την αποθήκη δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα, γι’ αυτό και οι πίνακες περίμεναν με ανυπομονησία σε μια νοικιασμένη αποθήκη στην Αθήνα. Σήμερα πήρε μαζί της, εκτός από τον καφέ, ένα μπλοκ με κενές σελίδες και  ένα μολύβι. Άπλωσε τα πόδια της στην καρέκλα που τράβηξε απέναντί της. Ήπιε λίγο από τον καφέ της και άφησε το βλέμμα της ελεύθερο να ρουφήξει λίγο από το τοπίο. Σχεδίασε το σοκάκι. Ένα σοκάκι με άσπρα φρεσκοβαμμένα λέπια που κατηφόριζε. Στην άκρη του σχημάτισε το σπίτι της γειτόνισσας με το πέτρινο πεζούλι στο κατώφλι της πόρτας. Πάνω στο πεζούλι καθόταν νωχελικά μια πορτοκαλί γάτα παραδομένη στη ζεστασιά του ήλιου. Την ζωγράφισε κι εκείνη. Από το βάθος του δρόμου φάνηκε κάποιος να έρχεται. Αποθανάτισε στο χαρτί τη σιλουέτα με το μολύβι προσθέτοντας τη σκιά του πάνω στο σοκάκι.

Σιγά σιγά η σιλουέτα πήρε τη μορφή του θεού Απόλλωνα… χωρίς να το καταλάβει και η ίδια. Απόλλωνας. Ένα ακόμη παιδί του άτακτου Δία. Ο ίδιος και η δίδυμη αδελφή του η Άρτεμις, γεννήθηκαν κάτω από τις απειλές της θεάς Ήρας που ποτέ δεν συγχώρεσε τη μητέρα τους, τη νύμφη Λητώ, την οποία και ανάγκασε σε εξορία. Έτσι ο Απόλλωνας δεν μεγάλωσε στον Όλυμπο, αλλά περιπλανιόταν. Ήταν πολύ καλός μουσικός και άριστος τοξότης, τόσο ήπιος αλλά και τόσο σκληρός. Ήταν πολύ όμορφος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γνωρίσει την απογοήτευση στην αγάπη… Περιπλανώμενος της αγάπης. Ήπιος μα και σκληρός. Ο θεός του φωτός και… δημιουργός της σκιάς. Της δικιά της σκιάς πάνω στο χαρτί.

Είναι περίεργο πώς μια σκιά μπορεί να δώσει τέτοιο σκίρτημα στην ψυχή, κάτι που τόσο καιρό δεν έκανε το φως. Κι όμως! Μέσα από τη σκιά πετάχτηκε μια σπίθα καθώς τα βλέμματα συναντήθηκαν. Η σκιά χάθηκε και  άφησε τη σπίθα να ζεσταίνει και να φωτίζει πίσω της. Η σπίθα άλλαξε πεποιθήσεις, χάραξε νέα μονοπάτια στην ψυχή που ανασκίρτησε, έδωσε πνοή στην ελπίδα και τα όνειρα άλλαξαν μορφή. Έγιναν τολμηρά, βασανιστικά όμορφα που, αν και πονάνε, τα αποζητάς. Έγιναν εθιστικά…

Το μυαλό λες και υποτάχτηκε στη σπίθα και έμεινε να στέκει στο πλακόστρωτο, κάτω από την ελιά, αναζητώντας εξηγήσεις για αυτό που έγινε. Οι ώρες φαινόταν ατελείωτες. Ο Απόλλωνας για μέρες δεν έκανε την εμφάνισή του. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την αποθήκη. Θα μπορούσε έτσι για λίγο να ξεχαστεί… Αφοσιώθηκε  στα πράγματα που την πλημμύριζαν. Μαζί την πλημμύριζαν και οι αναμνήσεις. Κάδρα! Κάδρα με  εικόνες αγαπημένων προσώπων που σου μιλούσαν, σου γελούσαν, σε νανούριζαν… Τώρα σιωπή. Σιωπή και σκόνη. Στο ξύλινο μπαούλο βρήκε τα παιχνίδια της. Πήρε στην αγκαλιά της την κούκλα της με το πλεγμένο φουστανάκι και το καπελάκι. Την έφερε στο μέρος της καρδιάς και έκλεισε τα μάτια για να φέρει ξανά κοντά της τις όμορφες στιγμές που πέρασε μαζί της. Εκεί ήταν και τα κουζινικά της, το σχοινάκι, η μπάλα…

Κομμάτια της ζωής σου δεν μπορείς να πετάξεις. Μένουν θαρρείς καρφωμένα παντού μέσα σου! Με αυτά έμαθες να ζεις. Αν τα βγάλεις, θα ανοίξουν οι πληγές και ίσως χαθείς στον πόνο τους. Τα κράτησε όλα από την αποθήκη. Σχεδόν όλα. Μόνο όσα είχαν χαλάσει από την υγρασία, τα έβαλε σε ένα μεγάλο υφασμάτινο τσουβάλι και με ένα τελετουργικό αποχωρισμού τα εναπόθεσε στον κάδο του κάτω μαχαλά, πριν αλλάξει γνώμη και τα κρατήσει…

Αποφάσισε να κάνει το πρώτο βήμα προς τον κόσμο του νησιού που τόσο αγαπούσε. Πήγε στο σπίτι της φίλης της, που από μικρές μοιράζονταν τα πάντα. Η ώρα του χωρισμού πλήγωνε πάντα και τις δύο. Η απόσταση όμως δεν της χώρισε ποτέ. Χωρίς να ανταλλάζουν επιστολές, με το πρώτο βλέμμα λες και ήξερε η μία για την άλλη τα πάντα! Όταν χτύπησε την πόρτα και την αντίκρισε, οι κραυγές της ακούστηκαν σε όλη τη Χώρα. Κραυγές χαρμόσυνης καμπάνας, που δεν ανησυχούν στο άκουσμά τους αλλά μοιράζουν χαρά, προειδοποιώντας για κάποιο ευχάριστο γεγονός.

Η Άννα ήταν η κολλητή της. Ένα σεμνό, ήσυχο κορίτσι που μεταμορφωνόταν μόλις έμπαιναν στη θάλασσα. Γινόταν θεριό που σήκωνε κύματα και τα παιχνίδια μαζί της σε έκαναν να ξεφεύγεις. Να χάνεις το χρόνο και το χώρο. Απόλαυση. Καθόταν μαζί με τις ώρες το απόγευμα σε ένα αυτοσχέδιο πέτρινο σκαλοπάτι έχοντας για αργαλειό μια κεραμίδα. Έφτιαχναν χαλάκια για το κουκλόσπιτό τους, χαλάκια για τα γατάκια της γειτονιάς. Έτρεχαν στα σοκάκια μαζί με τα άλλα παιδιά και έπαιζαν μήλα στην πλατεία. Πόσα γέλια! Πόσες ανέμελες στιγμές. Μαζί στις πρώτες σκανδαλιές, μαζί στις πρώτες βόλτες στην πλατεία, μαζί στα πρώτα φλερτ των αγοριών… Και πάλι μαζί!  Πόσο τυχερή ένιωθε που τη βρήκε και πάλι. Δεν είχε νέα της και φοβόταν μήπως είχε επιλέξει να φύγει από το νησί. Μήπως έψαξε την τύχη της στην πρωτεύουσα.

Όλο το βράδυ έμειναν μαζί συζητώντας  όπως αυτές ήξεραν και τα έλεγαν, χρόνια τώρα. Η μητέρα της Άννας, με δάκρυα στα μάτια, τους ετοίμασε ένα σωρό καλούδια, που τα μετέφερε με ένα μεγάλο δίσκο, αφήνοντάς τον πάνω στο κομοδίνο και κλείνοντας πίσω απαλά την πόρτα, σκουπίζοντας το πρόσωπό της με την άκρη από την ποδιά της.  Έλεγαν κι έλεγαν… κάπου κάπου γελούσαν ή δάκρυζαν. Η κάθε μία είχε πάρει το δρόμο της. Η Άννα διάλεξε να μείνει στο νησί μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες να περάσει σε κάποια σχολή. Η αλήθεια ήταν πως ήθελε να φύγει μα δεν βρήκε το κουράγιο να το κάνει. Έμεινε και στη ζωή της εμφανίστηκε ο Γιάννης.

Ο Γιάννης ήταν ένας καλόκαρδος και ευγενικός νέος, που τη γνώρισε στο νησί ένα καλοκαίρι. Είχε έρθει για διακοπές με τους φίλους του. Ήρθε και κόλλησε. Κόλλησε για τα καλά όταν την πρωτοείδε να κατεβαίνει το σοκάκι, με το διάφανο παρεό και τη λουλουδάτη τσάντα της. Τα κάλλη της «ξεχείλιζαν», έλεγε ο ίδιος και την κοιτούσε με λατρεία. Ο αρραβώνας έγινε τα Χριστούγεννα. Οι γονείς του Γιάννη κατέβηκαν στο νησί και έμειναν σε ένα ξενοδοχείο, παρά της αντιρρήσεις των… συμπεθέρων. Ο αρραβώνας έγινε όπως έπρεπε. Ο πάτερ Ευγένιος ευλόγησε τις βέρες και οι συγγενείς κρέμασαν λίρες ή τους δώρισαν  κοσμήματα. Έγινε και γλέντι. Ένα παραδοσιακό νησιώτικο γλέντι, όπου ήταν καλεσμένος όλος ο πάνω μαχαλάς. Το ζευγάρι δε σταμάτησε να χορεύει. Να χορεύει, να αγκαλιάζεται, να ανταλλάσσει λόγια αγάπης… Η ατμόσφαιρα γέμισε από τον έρωτά τους και η όποια γκρίνια ή επιφύλαξη  υπήρχε για αυτό το ταίριασμα, έσβησε μονομιάς. Έφυγαν όλοι από το γλέντι με μια παράξενη ευθυμία, μία αισιοδοξία και μία απρόσμενη χαρά.

Ο γάμος τους θα γινόταν σύντομα. Ο Γιάννης είχε υποχρεώσεις στην Αθήνα αυτό τον καιρό και έτσι τα δύο κορίτσια είχαν χρόνο να βρίσκονται . Μαζί στο σπίτι και στις βόλτες μαζί και στη θάλασσα. Στην παραλία συναντούσαν και την υπόλοιπη παρέα και τότε η μέρα περνούσε ξένοιαστα και ευχάριστα.

Είχαν αποφασίσει να βγούνε το βράδυ όλες μαζί. Η Άννα πάνω στο κρεβάτι της είχε απλώσει ένα σωρό καλλυντικά: μάσκαρα, ρουζ σε πολλές αποχρώσεις, σκιές ματιών, μολύβια… και τι δεν άπλωσε.

-Τι τα θέλεις όλα αυτά βρε Άννα;

-Λοιπόν φιλενάδα σήμερα θα σε κάνω μία κούκλα! Όχι πως δεν είσαι… Γι’ αυτό θα συμπληρώσω… θα σε κάνω δύο κούκλες! Γέλασαν με την ψυχή τους.

Το αποτέλεσμα τη δικαίωσε. Εκείνο το βράδυ τράβηξαν πολλά αντρικά βλέμματα πάνω τους. Η Άννα φαινόταν να το διασκεδάζει. Η Μυρτώ αντίθετα ένιωσε πολλές φορές άβολα. Κούρνιασε στη θέση της στη γωνία του τραπεζιού, πήρε το ποτό στα χέρια της και λούφαξε. Σήκωσε την πλάτη της αργά το βράδυ, όταν η πλατεία άρχισε να αδειάζει. Βρήκε τότε και τη διάθεσή της. Άρχισε το πραγματικό γλέντι. Ανοίχτηκε, διασκέδασε, ξέσκασε!

 

Μέρος 3ο

 Μέρος 3ο

 

Το ποτό έκανε το κεφάλι της βαρύ. Έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε στο πλακόστρωτο. Είχε πάρει κιόλας ένα παυσίπονο και τα μάτια της μετά βίας μπορούσε να τα κρατά ανοιχτά. Συνήλθε και ένιωσε ανακούφιση. Ξαφνικά η πείνα έκανε αισθητή την εμφάνιση της με ένα δυνατό γουργούρισμα στην κοιλιά. Μπήκε στο σπίτι, χτένισε τα μαλλιά της και φόρεσε τα σανδάλια της. Πήρε το σακίδιό της και κατηφόρισε προς το φούρνο στην παραλία. Ήταν μια ακόμη υπέροχη μέρα στο νησί. Μια ξέγνοιαστη και υπέροχη μέρα. Έφερε στο μυαλό της καθώς κατηφόριζε τα αγαπημένα της πρόσωπα. Μια γλυκιά νοσταλγία την κατέκλυσε. Πήρε κι έδωσε πολύ αγάπη. Ήξερε πως μοιράσθηκε έντονα συναισθήματα με τους ανθρώπους που αγάπησε και την αγάπησαν, την ανάθρεψαν…  Τους είχε πάντα μαζί της, στην καρδιά και στο μυαλό της. Ήταν η αφετηρία της, τα πρώτα της βήματα και η ώθησή της για τα επόμενα.

Οι σκέψεις σε ταξιδεύουν στο πριν, στο μέλλον. Σε κάνουν να χάνεις το χρόνο, την πραγματικότητα, το τώρα. Αξίζει τον κόπο…  Αξίζει; Είχε προσπεράσει το φούρνο και είχε μόλις φτάσει στην παραλία όταν το συνειδητοποίησε. Γέλασε με αυτό που έγινε. Κοντοστάθηκε λίγο και έκανε στροφή προς τα πίσω. Δεν κατάλαβε πώς έπεσε πάνω του. Δεν τον είχε δει καν. Θα πρέπει να στεκόταν πίσω της όσο εκείνη κοιτούσε τη θάλασσα. Τα πόδια της έτρεμαν και η ανάσα της κόπηκε. Κράτησε το βλέμμα της λίγο κάτω από το στόμα του. «Ο Απόλλωνας» σκέφτηκε.

Εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση, ούτε προς τα δεξιά, ούτε προς τα αριστερά. Έμεινε ασάλευτος στη θέση του να την κοιτάζει.

-Καλημέρα!

Τα ‘χασε! Εκείνος την καλημέρισε και εκείνη έμεινε βουβή, βουβή να τον κοιτάζει στο στόμα. Βρήκε την δύναμη και σήκωσε το βλέμμα της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Τα μάτια του Απόλλωνα. Δύο μπλε θάλασσες, που θα έδινε τα πάντα να χαθεί μέσα τους. Κάτι της θύμισαν. Συγκρατήθηκε…

-Καλημέρα! Γνωριζόμαστε; Τον ρώτησε κάπως απότομα…

Έφερε το χέρι του στα πυκνά του μαλλιά και τα έστρωσε πίσω. Το πρόσωπό του φωτίστηκε τη στιγμή που διαγράφτηκε ένα μεγάλο χαμόγελο.

-Πολύ καλά θα έλεγα. Από την καλή… και από την ανάποδη. Το τελευταίο το τόνισε λιγάκι παραπάνω και έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό της.

Συγκρατήθηκε ήδη μία φορά. Κατάφερε να σταθεί στα πόδια της. Τώρα; Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Ήθελε να φύγει από τη θέση της, να πετάξει μαζί με τους γλάρους, να γευτεί την αλμύρα της θάλασσας και να μυρίσει το άρωμά της… Η μυρωδιά! Πόσο έντονο συναίσθημα. Θυμάσαι ανθρώπους από τη μυρωδιά τους. Μένει ανεξίτηλη στη μνήμη. Η δική του μυρωδιά την μέθυσε.

-Δεν μπορώ να θυμηθώ. Λυπάμαι… Χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα της.

Είναι απίστευτο το πώς η παρουσία του την έκανε να χάνει τα λόγια της. Την αποσυντόνιζε η παρουσία του, η μυρωδιά του… Πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Αυτό την τρέλανε! Την τρέλανε γλυκά και τη βασάνισε υπέροχα! Αποζητούσε την τρέλα και της άρεσε ο βασανισμός… «Τι στο καλό έχω πάθει;» σκέφτηκε.

-Προτείνω λοιπόν, αν έχεις χρόνο φυσικά, να πάμε για έναν καφέ και κει θα σου λύσω κάθε απορία σου.

Της το ζήτησε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο, τόσο ευγενικά που δεν μπόρεσε να αρνηθεί. Του έγνεψε με το κεφάλι και εκείνος πρότεινε το χέρι του δίνοντάς της  χώρο να περάσει προς τα μπρος. Την οδήγησε σε ένα γωνιακό καφενεδάκι στην άκρη της παραλίας, κάτω από έναν πλάτανο. Της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει και εκείνη υπάκουα το έκανε. Σε λίγο δύο ποτήρια φραπέ και δύο μπουκαλάκια νερό έφτασαν και ο καφετζής τα τοποθέτησε στο τραπέζι.

-Στην υγειά σας! Είπε απευθυνόμενος και στους δύο και έφυγε γρήγορα προς τα μέσα.

Εκείνος πήρε πρώτος το ποτήρι του φραπέ στα χέρια του και ρούφηξε μια αρκετά μεγάλη ποσότητα. Το άφησε ξανά στο τραπεζάκι και την κοίταξε στα μάτια.

-Χάρηκα όταν άκουσα πως ήρθες πίσω στο νησί. Καταλαβαίνω πως πέρασες δύσκολα μετά το χαμό των δικών σου! Στενοχωρήθηκα πολύ. Δεν αξίζει σε κανέναν ένας τέτοιος πόνος.

Την είδε να παίρνει το βλέμμα της από πάνω του και να κοιτά ψηλά στον ουρανό. Τα μάτια της θαρρείς και ήταν υγρά. Σφίχτηκε. Δεν ήθελε να την βλέπει έτσι…

-Συγνώμη αν σου θύμισα δύσκολες στιγμές. Άθελά μου έγινε. Πίστεψέ με, την ικέτεψε.

-Δεν πειράζει, αποκρίθηκε εκείνη και του χαμογέλασε.

-Και τώρα ας παρουσιαστώ. Είμαι ο Νίκος. Ο Νίκος, ο γιος του Μανώλη του ψαρά. Χαμογέλασε θριαμβευτικά σχεδόν.

Ο γιος του Μανώλη του ψαρά. Τον θυμόταν το Νίκο των παιδικών της χρόνων. Ένα λιανό ψηλό παιδί. Ήταν ένα παιδί μεγαλύτερο από εκείνη. Τον έβλεπε να βοηθά τον πατέρα του τις ώρες που εκείνη πλατσούριζε αμέριμνα με τις φίλες της στην παραλία. Θυμόταν τα παιχνίδια με τα άλλα παιδιά στην πλατεία του χωριού και στην αυλή της εκκλησιάς, στο ύψωμα. Τον θυμόταν να κάθεται στη βάρκα του πατέρα του και να ράβει με τις ώρες τα δίχτυα. Τον κοίταζε να κουβαλά με τα λεπτά του χέρια κουβάδες νερό από τη θάλασσα για να την ξεπλύνει. Ήταν σα να άκουγε τα παιδιά να τον φωνάζουν… ψαροκασέλα. Τα παιδιά γίνονται πολύ σκληρά καμιά φορά χωρίς να το καταλαβαίνουν. Όχι! Ο Νίκος δεν μύριζε ψαρίλα! Μοσχοσάπουνο μύριζε και τα ρούχα του ήταν πάντα καθαρά. Εκείνα όμως επέμεναν να τον φωνάζουν ψαροκασέλα και πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί του. Δεν ξεχνούσε το θυμωμένο του ύφος, παρ’ όλες τις νίκες του, σε κάθε φιλονικία. Έσιαζε τα ρούχα του, έστρωνε τα μαλλιά του και έφευγε πάντα έχοντας σφιγμένα τα χέρια του σε γροθιές. Αυτός ήταν ο Νίκος. Ένα πληγωμένο παιδί,  που δεν έχανε ποτέ το κέφι του για παιχνίδι και για να το προλάβει σηκωνόταν από τα χαράματα για να βοηθήσει τον πατέρα του. Ο Νίκος ήταν ένας μαχητής για εκείνη.

Δεν θα ξεχνούσε ποτέ το βλέμμα της όταν τον πλησίασε μετά από έναν καβγά με τα παιδιά του νησιού. Στο μπράτσο του είχε μία βαθιά γρατσουνιά που έτρεχε αίμα. Κατσούφιασε όταν την είδε να απομακρύνεται τρέχοντας. Το θέαμα φυσικά δεν ήταν το καλύτερο. Αίμα πάνω στο δέρμα, στα ρούχα. Αίμα μπλεγμένο με χώμα και γρασίδι. Πώς να αντέξει το θέαμα ένα ντελικάτο κορίτσι; Γούρλωσε τα μάτια όταν την είδε να τρέχει προς το μέρος του, όπως τρέχοντας είχε φύγει νωρίτερα. Κρατούσε στα χέρια μία σακουλίτσα με την επωνυμία του φαρμακείου της παραλίας. Έβγαλε με προσοχή τα υλικά και τα άπλωσε στο πεζούλι και του έκανε νεύμα να πάει κοντά της. Ένιωθε τόσο μοναδικός. Κανένας πόνος, κανένα τσούξιμο δεν θα τον έκανε να προσγειωθεί από κει που βρισκόταν! Η πριγκίπισσά του! Αυτή ήταν! Έτσι την έλεγε από μέσα του κάθε φορά που την έβλεπε. Η πριγκίπισσά του τού καθάρισε την πληγή και του χαμογέλασε. Η υπόλοιπη παρέα τους κοιτούσε αποσβολωμένη και σαν να ζήλεψαν λιγάκι για όλη αυτή την περιποίηση.

-Καταλαβαίνω την έκπληξή σου, της είπε διακόπτοντας τις σκέψεις της. Θα περίμενες να με δεις πάνω σε ένα καΐκι να ψαρεύω ίσως… γέλασε.

-Ίσα, ίσα! Ήταν το μόνο που δε θα περίμενα μετά από όσα πέρασες από τα παιδιά της γειτονιάς. Έκανε μια παύση, τον κοίταξε και συνέχισε. Συγνώμη αν έγινα σκληρή αλλά δεν τράβηξες και λίγα…

-Οι αντιδράσεις τους και η λέξη ψαροκασέλα δεν έφυγαν από το μυαλό μου. Με πείσμωσαν είναι η αλήθεια. Αυτά όμως με βοήθησαν να κάνω ένα βήμα παραπάνω από αυτό που φαινόταν να μου επιφυλάσσει η μοίρα μου στο νησί.

Μίλησαν για ώρες. Ξέχασε την πείνα της. Χόρτασε με όσα της περιέγραφε. Της είπε για τις επιδόσεις του στο σχολείο, τις σπουδές του στην Αθήνα, το μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και την επιστροφή του στο νησί για να προσφέρει στους κατοίκους, που τόσο αγαπούσε, ό,τι καλύτερο μπορούσε. Πάλεψε. Πάλεψε για να σπουδάσει. Τα έβγαλε πέρα δουλεύοντας σκληρά στην Αθήνα και ποτέ δεν σταμάτησε να βοηθά τον πατέρα του όταν κατέβαινε στο νησί. Η υποτροφία στις σπουδές του ήταν μεγάλη ανάσα και για εκείνον και για την οικογένειά του. Ύστερα ήρθε το μεταπτυχιακό του. Το ήθελε όσο τίποτε άλλο, μα τα οικονομικά του δεν του το επέτρεπαν. Αν θέλεις κάτι πολύ είναι σαν να συνωμοτεί το σύμπαν για να το πραγματοποιήσεις, έτσι δε λένε; Ο νονός και η νονά του ανέλαβαν όλα τα έξοδα. Χρόνια στην Αμερική είχαν την οικονομική ευκολία να του δωρίσουν όλα τα χρήματα για ένα καλό μεταπτυχιακό, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όποια χώρα του εξωτερικού θα επέλεγε ο ίδιος. Αυτό και έκανε. Διάλεξε… το Λονδίνο.

-Μη με κοιτάς έτσι. Ναι! Στο Λονδίνο ήμουν. Ήξερα που μένατε, ήμουν εκεί όταν έχασες τους δικούς σου. Ήρθα… στην κηδεία. Δεν βρήκα το κουράγιο να σου μιλήσω…

Η βροχή είχε ενωθεί με τα δάκρυα εκείνη τη μέρα. Ο πόνος ήταν αβάστακτος και ο θρήνος της του σπάραξαν την καρδιά. Δεν ήθελε να βλέπει έτσι την πριγκίπισσά του. Εκείνη που συμπονούσε τους πάντες…. Εκείνη είχε φερθεί τόσο τρυφερά και τόσο αποφασιστικά στην επούλωση της πληγής του… Δεν είχε καταφέρει να της πει πως είχε επουλώσει και το τραύμα της ψυχής του εκείνη τη στιγμή…  Ήθελε να πάει κοντά της και να την αγκαλιάσει. Ήθελε να της υποσχεθεί πώς θα ήθελε να της διώξει κάθε πόνο, μα ήξερε πως αυτό θα ήταν ψέμα. Μετά τη θλίψη και τον πόνο θα ερχόταν ο θυμός. Ένας θυμός γιατρικό, που σε πεισμώνει και σε κάνε δυνατό. Ευχόταν η πριγκίπισσά του να βρει αυτή τη δύναμη σύντομα και να σταθεί έτσι όπως της αξίζει. Και τα κατάφερε! Μάθαινε για κάθε της προσπάθεια και όταν αυτή στεφόταν με επιτυχία, καμάρωνε. Χαιρόταν και καμάρωνε.

 

Μέρος 4ο

 Μέρος 4ο

Έμαθε για την απόφασή της να γυρίσει στο νησί και την παραίτησή της από την εταιρεία από… τον Ίαν. Ο Ίαν του έλεγε τα πάντα σε μία παμπ αρκεί… να τον κέρναγες μερικά ποτήρια μπύρας και κάνα δυο σφηνάκια. Δούλευαν μαζί με τη Μυρτώ και ο Νίκος τον «ψάρεψε» έξω από την εταιρεία μία  -τι άλλο;- βροχερή μέρα. Κάτω από τη στάση του λεωφορείου μίλησαν στην αρχή για το μουσκίδι τους και αφού γέλασαν ο Νίκος του πρότεινε ένα ποτό για να στεγνώσουν, δήθεν. Αηδίαζε κάθε φορά που ένιωθε το βλέμμα του Ίαν να γλιστρά πάνω του και με ευγενικό τρόπο απέτρεπε κάθε κίνησή του προς το μέρος του. Αργότερα κατάλαβε πως ο Ίαν δεν έπινε μόνο από συνήθεια αλλά για να πνίξει και τα αισθήματά του για τον όμορφο Έλληνα. Τον έπνιγε το ενδιαφέρον του για την άλλη Ελληνίδα, τη Μυρτώ, που όλο ρωτούσε για εκείνη… Το ξέσπασμά του ένα βράδυ στην παμπ και η ερωτική εξομολόγηση που του έκανε μπροστά στους θαμώνες έφερε το τέλος στη… συνεργασία τους.

-Καταλαβαίνω. Δεν πειράζει! Και ‘γω δεν ήμουν σε θέση να μιλήσω σε κανέναν… Δεν είχα καν συνειδητοποιήσει για ποιο λόγο βρισκόμουν εκεί, έψαχνα τους γονείς μου στο πλήθος και ένιωθα καυτό και βασανιστικό το χάδι της θείας μου στο λαιμό μου. Καυτό σαν σίδερο. Όταν άνοιξαν τα φέρετρα… ένας λυγμός ακούστηκε και τα μάτια της δάκρυσαν.

Άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και έπιασε το δικό της που έτρεμε.

-Ησύχασε. Πόσο ηλίθιος είμαι που σου τα θύμισα όλα αυτά. Τι πρέπει να κάνω για να χαμογελάσεις; Θα κάνω ότι μου ζητήσεις!

-Δεν φταις εσύ! Αυτή η εικόνα δε φεύγει από το μυαλό μου. Με στοίχειωσε και θα με στοιχειώνει πάντα.

Τράβηξε αμήχανα το χέρι της κάτω από το δικό του την ώρα ακριβώς που χτύπησε το κινητό του. Τον άκουσε να απαντά μονολεκτικά και με τα μάτια της τον… φωτογράφιζε. Τα πλούσια μαλλιά του, τα μπλε του μάτια, το γυμνασμένο του κορμί… Ο Απόλλωνάς της ήταν σίγουρα γυμνασμένος. Βούλιαξε στην καρέκλα της και κοκκίνισε.

Την κοίταξε με απορία. Ξαφνικά τα μάγουλά της ήταν κόκκινα. Ήλπιζε μόνο να μην την είχε πειράξει ο ήλιος που την χτυπούσε τα τελευταία λεπτά στο πρόσωπο. Από την άλλη, είχε κλείσει τα μάτια της. «Ποιος ξέρει που ταξιδεύει η πριγκίπισσά μου» σκέφτηκε και χαμογέλασε.

-Πρέπει να φύγω, της είπα απαλά λες και δεν ήθελε να την τρομάξει. Με καλεί το καθήκον.

-Καταλαβαίνω. Να πας. Χάρηκα που τα είπαμε.

-Εγώ να δεις.

Σηκώθηκε και έφυγε βιαστικά. Έμεινε να τον κοιτάζει ξανά κρατώντας την ανάσα της. «Εγώ να δεις» επανέλαβε μέσα της. Είχε καταφέρει να την αποσυντονίσει αυτή η επαφή. Στο μυαλό της γινόταν ένα πανηγύρι. Φωνές, γέλια, τραγούδια. Τραγούδια και κρασί. Άφθονο κρασί. Ένιωθε μεθυσμένη. Ο έρωτας μοιάζει με το μεθύσι. Κάνει τους ανθρώπους θερμούς, εύθυμους και διαχυτικούς, όπως έλεγε και ο Πλούταρχος, ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός. Σίγουρα θα πρέπει να είχε νιώσει αυτό το μεθύσι ο ίδιος. Αν δεν το είχε νιώσει πώς θα μπορούσε να το περιγράψει τόσο γλαφυρά;

-Τι σκέφτομαι Θεέ μου, μουρμούρισε. Γύρισε να πιάσει το σάκο της όταν ο μαγαζάτορας έφτασε δίπλα της.

-Είναι κερασμένα από το γιατρό μας, της είπε και χαμογέλασε.

Όσο εκείνος μάζευε τα ποτήρια, η Μυρτώ επεξεργαζόταν  το «γιατρό μας». Ο Νίκος είχε γίνει γιατρός. «Μπράβο στον Νίκο». Πήρε το σάκο της, χαιρέτησε τον καφετζή και προχώρησε προς το φούρνο. Μπήκε και αγόρασε ότι βρήκε μπροστά της. Δεν έχασε χρόνο. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι είχε κιόλας φάει μία κασερόπιτα και μία πίτα με ταχίνι.

-Τι κάνεις εκεί; Έχεις γεμίσει με ψίχουλο παντού! Η Άννα άρχισε να της τινάζει το παρεό της και να της καθαρίζει τα μαλλιά. Σταμάτα να μασουλάς και σου έχω νέα! Όλο το πρωί σε έψαχνα. Πού στο καλό ήσουν; Με ακούς;

-Θα με πνίξεις! Σε ακούω.  Τι έγινε;

-Γύρισε ο Γιάννης από την Αθήνα και θέλω να στον γνωρίσω. Δεν θα μείνει πολύ στο νησί. Έλα. Άσε την πίτα και προχώρα.

Την τράβηξε από το μπράτσο και προχώρησαν προς το σπίτι. Ίδια διαρρύθμιση με το δικό της. Χρειάστηκε να περάσουν από όλα τα δωμάτια μέχρι να φτάσουν στην αυλή στο πίσω μέρος. Στο τραπέζι καθόταν οι γονείς της και ένας νεαρός που μόλις τις είδε πετάχτηκε από την καρέκλα του.

-Σας την έφερα! Γιάννη από ‘δω η Μυρτώ μου. Μυρτώ μου, αυτός είναι ο Γιάννης μου!

Η μέρα κύλησε με φαγητό, πολύ φαγητό και κουβέντα. Το νεαρό ζευγάρι φαινόταν και ήταν πολύ ερωτευμένο. Η Μυρτώ χαιρόταν με την ευτυχία της φίλης της. Μόλις βράδιασε η Άννα πήρε τη Μυρτώ στο δωμάτιό της και με ζήλο άρχισε να τη βάφει στο πρόσωπο.

-Δεν θα ήταν καλύτερα να βγαίνατε οι δυο σας σήμερα; Τόλμησε να ρωτήσει.

-Ούτε να το σκέφτεσαι! Σήμερα θα έρθεις μαζί μας. Έτοιμη! Πήγαινε να ντυθείς και θα σε περιμένουμε απ΄  έξω!

-Στις διαταγές σου! Είπε η Μυρτώ γελώντας και αποδίδοντάς της έναν στρατιωτικό χαιρετισμό.

Έτρεξε στο σπίτι της απέναντι και έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Άναψε το φως στο σαλόνι και πέρασε στην κάμαρά της. Από την ντουλάπα της έβγαλε ένα καλοκαιρινό μακρύ φόρεμα, που της αγκάλιαζε το στήθος και από τη μέση και κάτω άνοιγε και έπεφτε ασύμμετρα πάνω στα πόδια της. Στο χέρι φόρεσε ένα φαρδύ κοκάλινο βραχιόλι. Έδεσε τα σανδάλια της και στάθηκε στον σκαλιστό καθρέπτη να χτενίσει τα μαλλιά της. Έβαλε δυο σταγόνες από το άρωμά της στο λαιμό, πήρε την τσάντα της και βγήκε κλείνοντας τα φώτα από τα δωμάτια.

-Φιλενάδα είσαι μία κούκλα!  Της είπε η Άννα μόλις την αντίκρισε.

-Χάρη στα υπέροχα χεράκια σου! Της απάντησε η Μυρτώ και χαμογέλασε.

-Είμαι περήφανος που σήμερα θα συνοδεύω δύο κούκλες!  Είπε γελώντας ο Γιάννης και τις έκανε νόημα να ξεκινήσουν.

Η πλατεία ήταν ήδη γεμάτη με κόσμο. Ντόπιο αλλά και ξένους. Η τουριστική καλοκαιρινή σεζόν έφερνε πολλούς στο νησί. Τα δωμάτια και τα ξενοδοχεία πλημμύριζαν από κόσμο. Τα καθημερινά δρομολόγια των πλοίων αύξησαν τις αφίξεις τουριστών και τα κρουαζιερόπλοια όταν αγκυροβολούσαν κατέβαζαν πλήθος τουριστών, που ξεχύνονταν στα μαγαζιά με τα σουβενίρ, στο μουσείο του νησιού, στα καφενεία, τα εστιατόρια και στις παραλίες. Πολύς κόσμος, πολύ φασαρία… Και στην πλατεία η φασαρία έφερνε τις παρέες κοντά για να μπορούν να ακούν και να ακούγονται. Το τραπέζι τους κάτω από τον πλάτανο, στο μαγαζί του κυρ Γιώργη, τους περίμενε. Ο ίδιος τους καλωσόρισε με ένα μεγάλο χαμόγελο, έστριψε το μουστάκι του και έβγαλε από το αυτί το στυλό για να σημειώσει την παραγγελία τους, στο μικρό τεφτέρι που κρατούσε στο άλλο του χέρι. Για μια ακόμη φορά, υπερίσχυσε το γνωστό «πρώτα χορταίνει το μάτι και μετά η κοιλιά». Το τραπέζι κόντευε να σπάσει από τις πιατέλες με τα θαλασσινά, τις σαλάτες, τα ορεκτικά… Ήρθε και το κρασί με τα αναψυκτικά, το φρυγανισμένο ψωμί με το λάδι και τη ρίγανη.

-Να δω ποιος θα τα φάει όλα αυτά, είπε η Μυρτώ κοιτώντας το πιάτο της.

-Εμείς! Απάντησε ο Γιάννης. Ή θα κάνουμε τουλάχιστον μια φιλότιμη προσπάθεια να τα φάμε. Τελικά πάλι πολλά παράγγειλα…

-Καλά που το κατάλαβες, του είπε η Άννα και γέλασε.

-Ήθελα τα καλύτερα για τα κορίτσια μου! Ελπίζω να μείνει λίγος χώρος για το χαλβά μετά, συμπλήρωσε ο Γιάννης με ένα παραπονιάρικο ύφος και εκείνες ξέσπασαν σε γέλια.

Τα πιρούνια και τα μαχαίρια άστραψαν και βρόντηξαν. Η κανάτα με το σπιτικό κρασί μισοάδειασε και όλοι τους είχαν κιόλας χορτάσει. Ο Γιάννης είχε φάει περισσότερο από όλους. Αυτό ήταν αλήθεια. Για συμπαράσταση έγειρε το κεφάλι του στον ώμο της Άννας και άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά του.

-Νομίζω πως θα εκραγεί, της είπε τρυφερά κι εκείνη του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.

Είναι υπέροχο συναίσθημα ο έρωτας.  Κοιτάζονταν με λατρεία. Χάιδευε ο ένας τον άλλον και μιλούσαν τρυφερά. Τρυφερά και σιγανά να μην ακουστούν. Τα λόγια της αγάπης ήταν δικά τους. Μόνο δικά τους. Αν τα πάρει και ο άνεμος θα χαθούν. Αν φτάσουν σε φλύαρα αυτιά θα χάσουν την μοναδικότητά τους. Αν ακουστούν από ανθρώπους μίζερους, κακότροπους, ζηλιάρηδες, θα γίνουν σχόλια και χλευασμός. Αλήθεια; Θα μπορούσε να αποτυπωθεί η αγάπη σε έναν καμβά; Και αν μπορούσε να αποτυπωθεί, ποια χρώματα της άξιζαν; Ένιωθε τόσο χαρούμενη για τη φίλη της. Τόσο χαρούμενη για τη φίλη της και τόσο… μόνη. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της τη μοναξιά που ένιωσε, μα δεν τα κατάφερε. Αναπόλησε τις σχέσεις της. Τίποτα το σπουδαίο… Δυο τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να βρει έναν άνθρωπο, έναν σύντροφο. Άκαρπες προσπάθειες. Δεν έριχνε το φταίξιμο σε εκείνους. Όχι! Για κανέναν λόγο. Ούτε αυτοκριτική τόλμησε να κάνει. Το άφησε και πέρασε.

Οι ώρες της μοναξιάς περνούν μαρτυρικά. Με ένα ποτήρι κρασί κάθισε στο τραπέζι της αυλής και σκεφτόταν. Ο άνεμος της έπαιρνε τα μαλλιά και της τα έφερνε στο πρόσωπο. Καμία αντίδραση από εκείνη. Βουβή και ακίνητη με το ποτήρι στο χέρι, παραδόθηκε στη μοναξιά της. Έφερε στο μυαλό της τον Απόλλωνά της και το σώμα της ρίγησε στη σκέψη του. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω. Άφησε το ποτήρι να πέσει από τα χέρια της και έμεινε να κοιτάζει τα αστέρια στον ουρανό. Τη μοναξιά της στιγμής θα μπορούσε να τη ζωγραφίσει άραγε;

Μέρος 5ο

 Μέρος 5ο

Ο ήλιος μπήκε δειλά από το άνοιγμα της κουρτίνας. Τεντώθηκε στο κρεβάτι της και γύρισε στο πλάι. Ένιωθε τόσο κουρασμένη… Δεν θα άφηνε τη μέρα να περάσει έτσι. Θυμήθηκε τις δύσκολες μέρες στο Λονδίνο. Η καταχνιά είχε ριζώσει στην ψυχή της και κλείστηκε στον εαυτό της. Η θεία της πήρε απόφαση… ζωής. Ανέβηκε για πρώτη φορά στο αεροπλάνο και βρέθηκε κοντά της. Ο φύλακας άγγελός της. Ο καλός της άγγελος που την τράβηξε από την καταχνιά και το σκοτάδι και την τράβηξε ξανά στο φως. Δεν θα άφηνε τον εαυτό της να γυρίσει εκεί. Ήταν χρέος της να σηκωθεί. Ήξερε πια πώς θα το κάνει.

Έστρωσε το καβαλέτο κάτω από τις λεμονιές, τοποθέτησε έναν άδειο πίνακα και πήρε τα πινέλα και τις μπογιές της. Φόρεσε τα ακουστικά της και έβαλα μουσική. Κάθε νότα και μία πινελιά. Κάθε πινελιά μια κουκκίδα στον καμβά, πότε μεγάλη και πότε μικρή. Ανάλογα με το ρυθμό της μουσικής και η κουκκίδα. Ανάλογα με τη νότα και η γραμμή. Τα χρώματα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο, σφιχταγκαλιάζονταν, μουρμούριζαν. Μουρμούριζαν και τα λόγια τους την ταξίδευαν. Ένα ταξίδι στο όνειρο. «Στα όνειρα και την αγάπη τα πάντα είναι δυνατά». Η τέχνη ενώνει και τα δύο. Τα εξυμνεί, τα απογειώνει.

Ένιωθε ήδη καλύτερα. Η γαλήνη ήρθε και το σώμα της ένιωθε κιόλας καλύτερα. Είχε χαθεί για λίγο στο έργο της μα το τρίψιμο μιας γάτας στα πόδια της την προσγείωσε στην πραγματικότητα. Έκανε ένα βήμα πίσω να δει το έργο της. Θάλασσα, ουρανός. Ουρανός και θάλασσα. Ένα ανελέητο δέσιμο, μια υπέρτατη ένωση ερωτική. Κόκκινα σύννεφα σαν ροδοπέταλα μαρτυρούσαν αυτό το αιώνιο δέσιμο. Μακάρι να μπορούσε να βάλει και μουσική στο έργο της. Τη μουσική που άκουγε.

Όσο περνούσαν οι μέρες και δεν τον έβλεπε, ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε και τον σκεφτόταν. Τον σκεφτόταν και η μουσική δυνάμωνε. Όσο δυνάμωνε τόσο θυμωμένη ένιωθε για την απουσία του από τη ζωή της. Τον γύρεψε. Τον έψαξε στο νοσοκομείου του νησιού. Με λύπη έμαθε πως έφυγε από το νησί για ένα προσωπικό του θέμα. Ευχόταν μόνο να είναι καλά εκεί που ήταν.

Αποφάσισε να μεταφέρει τα έργα της από την Αθήνα όταν έλαβε μία πρόταση από γνωστό γκαλερίστα. Θα έκανε την πρώτη της έκθεση. Τα έργα της θα τα φιλοξενούσε μια υπέροχη αίθουσα. Ο όρος της είχε γίνει δεκτός. Παντού θα ακουγόταν μουσική. Η αγαπημένη της μουσική. Η μουσική που την συνόδεψε στα εύκολα μα κυρίως στα δύσκολα. Θα συνόδευε και αυτό το κομμάτι της ζωής της. Θα συνόδευε τους πίνακές της. Serenade No. 13 in G Major, K. 525, “Eine kleine Nachtmusik”: I. Allegro, Divertimento in D Major, K. 136, “Salzburg Symphony No. 1”: I. Allegro, Piano Sonata No. 5 in G Major, K. 283… η λίστα ήταν έτοιμη.

Η Άννα τη βοήθησε να φτιάξει τη βαλίτσα της. Ένιωθε πως κάτι βασάνιζε την φίλη της αλλά δεν έβρισκε τον κατάλληλο τρόπο για να της μιλήσει, να της το βγάλει. Θα πήγαινε μαζί της. Ήταν μια ευκαιρία να βρεθούν με το Γιάννη μόνοι τους, στο σπίτι του. Δεν ήταν σίγουρη αν θα πήγαινε στον Γιάννη…  Έτσι όπως την έβλεπε, πληγωμένη, ήθελε να είναι κοντά της.

Ο γκαλερίστας ανέλαβε τη διαφήμιση της έκθεσης, τη μεταφορά των πινάκων, την τοποθέτησή τους… Μια βδομάδα κράτησε και όλα είχαν φτάσει στο τέλος. Όλα είχαν γίνει με τις υποδείξεις της. Το βράδυ θα γινόταν επιτέλους τα εγκαίνια. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Άκουσε τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα της Άννας για το αποτέλεσμα και κράτησε τα δάκρυά της όταν ο Γιάννης της πρόσφερε ένα μπουκέτο λουλούδια «για το καλό». Πόσο θα ήθελε να ήταν εκεί οι γονείς της, η θεία της…

Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο. Κόσμο άγνωστο, όλων των ηλικιών, που παρατηρούσαν τους πίνακές της και απολάμβαναν τη μουσική. Κουνούσαν ρυθμικά το σώμα τους. Κουνούσαν ρυθμικά το ποτήρι με το ποτό στο χέρι τους. Ταξίδευαν με τα έργα της. Έμπαιναν στο όνειρό της και το κάνανε δικό τους. Ο καθένας έβρισκε το δικό του στον πίνακα που του άρεσε.

Η Άννα και ο Γιάννης έφυγαν από κοντά της όταν ο γκαλερίστας τής γνώριζε ανθρώπους της τέχνης, κριτικούς, δημοσιογράφους. Όταν εκείνη σκορπίστηκαν στην μεγάλη αίθουσα με τους περίτεχνα διαμορφωμένους με γύψο διαδρόμους, έμεινε μόνη να κοιτά τον πίνακα με τη βάρκα και τα βότσαλα που διαγράφονταν μέσα στο διάφανο νερό.

-Κάπου εδώ θα μπορούσα να είμαι και εγώ.

Γύρισε και κοίταξε δίπλα της. Ένας όμορφος άντρας μέσα σε ένα υπέροχο σκούρο κουστούμι στεκόταν ακριβώς δίπλα της, έχοντας τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού. Δεν μπόρεσε να κρατήσει το βλέμμα της μακριά του. Έμεινε να τον κοιτάζει ξανά και ξανά…

-Δεν θα με κρατούσε τίποτα μακριά από την πρώτη σου έκθεση, συμπλήρωσε και γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της. Την έπιασε να τον κοιτάζει και αντέδρασε γελώντας απαλά όταν εκείνη τράβηξε απότομα τα μάτια της από πάνω του.

-Έμαθα πως με ζήτησες στο νοσοκομείο. Είσαι καλά; Έγινε κάτι όσο έλειπα;

-Όλα μία χαρά. Περνούσα και είπα… Χάθηκες ξαφνικά.

-Πήγα Αμερική. Ο νονός μου είχε ένα καρδιακό επεισόδιο, ευτυχώς ελαφρύ. Γύρισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Έχει πολύ κόσμο εδώ μέσα. Πάμε κάπου οι δυο μας να τα πούμε με ησυχία και…

-Μυρτώ μου σε έψαχνα! Πού χάθηκες; Έλα! Θέλει να σε γνωρίσει ο….

Ο γκαλερίστας την τράβηξε από το μπράτσο. Δεν της έδωσε καμία ευκαιρία να πει όχι. Να αρνηθεί. Τον κοίταξε στα μάτια και προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Τον είδε να της χαμογελά μα τα μάτια του, ήταν λες σαν θάλασσα φουρτουνιασμένη. Ο Απόλλωνάς της είχε θυμώσει. Αν δεν είχε θυμώσει… είχε απογοητευτεί.

Η νύχτα κύλησε με γνωριμίες, με επευφημίες για τη δουλειά της και έπειτα ακολούθησε μια μικρή δεξίωση στο διπλανό κτίριο. Είχε μετατραπεί σε αίθουσα δεξιώσεων, όπου τα τραπέζια είχαν στολιστεί σε μπεζ και ροζ αποχρώσεις, η μπάντα έπαιζε απαλή τζαζ μουσική και ο μπουφές στεκόταν κατά μήκος γεμάτος με αλμυρά και γλυκά εδέσματα και στολισμένος με υπέροχα μπουκέτα από λουλούδια. Ο κάθε καλεσμένος πήρε τη θέση του σε κάποιο τραπέζι. Μόνο το κεντρικό τραπέζι έμενε κενό. Ήταν το τραπέζι του γκαλερίστα και της τιμώμενης ζωγράφου. Και οι δύο ήταν ακόμα πίσω στην έκθεση και μιλούσαν για την επόμενη κίνησή τους, τις πωλήσεις, τη μεταφορά…

-Μυρτώ μου από σήμερα όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος θα μιλάει για σένα. Το αξίζεις! Μπράβο σου!

Ο θόρυβος από το φελλό της ακριβής σαμπάνιας ακούστηκε δυνατά στην άδεια πλέον γκαλερί. Γέμισε δύο ποτήρια και έδωσε ένα πρώτα στη Μυρτώ και ένα κράτησε για τον ίδιο.

-Στην πιο ταλαντούχα και… γοητευτική ζωγράφο του σήμερα, του αύριο και για πάντα!

-Σε ευχαριστώ, του απάντησε και ήπιε μια γουλιά σαμπάνια από το ποτήρι της.

-Α! Όλο! Σήμερα είναι η μέρα σου! Πρέπει να το διασκεδάσεις!

Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπινε σαμπάνια ή κάποιο ποτό. Ο κόσμος χανόταν. Αισθάνθηκε να λιποθυμά όταν ένιωσε το χέρι του να πιέζει το στήθος της και διέκρινε αμυδρά ένα περίεργο χαμόγελο στα χείλη του. Κάτι είχε ρίξει στο ποτό… Χάθηκε.

Ξύπνησε από το θόρυβο της βρύσης. Άνοιξε δειλά τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω στο χώρο. Ήταν σε ένα μικρό δωμάτιο με σκούρα σκαλιστά έπιπλα. Απέναντι από το κρεβάτι υπήρχε μία μπαλκονόπορτα με βαριές μπεζ κουρτίνες. Θα έβαζε στοίχημα ότι ήταν σε δωμάτιο ξενοδοχείου. Το νερό συνέχιζε να το ακούει από το μπάνιο δίπλα στην είσοδο. Τι δουλειά είχε σε αυτό το δωμάτιο; Ποιος την έφερε; Ποιος ήταν στο μπάνιο. Έφερε τα χέρια στο πρόσωπο και προσπάθησε να θυμηθεί. Ταράχτηκε. Φοβήθηκε! Μία μία οι εικόνες ερχόταν στο μυαλό της. Ο θόρυβος από το φελλό, η σαμπάνια, το γέλιο…  Αν αυτός ήταν στο μπάνιο… δεν θα έβρισκε πιο κατάλληλη ευκαιρία να το σκάσει. Προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι χωρίς να κάνει θόρυβο. Παραξενεύτηκε που ήταν με τα ρούχα. Κατέβασε σιγά τα πόδια της και ακούμπησε στο ξύλινο πάτωμα. Η βρύση σταμάτησε. Έπρεπε να βιαστεί. Στάθηκε όρθια ακουμπώντας τα χέρια της στο κομοδίνο. Ένα ελαφρύ τρίξιμο ακούστηκε και δάγκωσε τα χείλια της σα να θελε να ξορκίσει το θόρυβο.

-Καλά ξυπνητούρια. Βλέπω σηκώθηκες! Ωραία! Το μπάνιο είναι έτοιμο. Θα παραγγείλω πρωινό. Θέλεις κάτι ιδιαίτερο;

-Νίκο; Εσύ; Πώς… είπε και σωριάστηκε στο κρεβάτι νιώθοντας μια ζάλη.

-Ας πούμε πως ήμουν εκεί την κατάλληλη στιγμή και… θυμάσαι όλα όσα έγιναν;

-Όχι. Δεν τα θυμάμαι όλα. Το γέλιο του στροβιλίζει στο μυαλό μου.

-Λιποθύμησες. Κάτι είχε βάλει στη σαμπάνια το τέρας. Δεν εξηγείται αλλιώς. Πήρε το μάθημά του όμως και δεν νομίζω να τολμήσει να σε ξαναενοχλήσει… Ξέχνα το μπάνιο. Πάω να φέρω κάτι να φας και καφέ. Σίγουρα καφέ. Μην σηκωθείς από το κρεβάτι. Επιστρέφω αμέσως.

Έκανε ότι ακριβώς της είπε. Ξάπλωσε και πήρε το τηλεκοντρόλ από το κομοδίνο. Ξαφνιάστηκε που είδε το πρόσωπό της σε ένα πρωινάδικο. Άνοιξε τη φωνή για να ακούσει. Μιλούσαν για την έκθεση, τους μοναδικούς της πίνακες που πάντρευαν την παράδοση με τη μυθολογία, τον έρωτα με τη ψευδαίσθηση, τη λογική με το όνειρο…

«Ο γνωστός γκαλερίστας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο μετά από το ατύχημα που είχε. Ο ίδιος μας περιέγραψε πως γλίστρησε και χτύπησε άσχημα όταν προσπάθησε να μεταβεί στην αίθουσα δεξιώσεων όπου τον περίμεναν οι καλεσμένοι. Δικαιολόγησε την απουσία της ζωγράφου από τη δεξίωση αποδίδοντάς την στο σοκ που υπέστη όταν τον είδε σε αυτή την κατάσταση. Ευχόμαστε…», χαμήλωσε την τηλεόραση όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει.

Μέρος 6ο

 Μέρος 6ο

-Νίκο;

-Ξέρω τι θα ρωτήσεις. Ναι! Το ατύχημα δεν ήταν ατύχημα. Έβαλα το χεράκι μου. Πάλι φτηνά τη γλύτωσε το κάθαρμα. Θα σου έσχιζε τα ρούχα αν… Πιες λίγο καφέ και φάε κάτι.

Κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και της έδωσε τον καφέ. Κράτησε τον δικό του στο χέρι του όταν…

-Νίκο, μπορώ να σε ρωτήσω;

-Πεισματάρα! Εντάξει! Ρώτα ό,τι θέλεις.

-Εσύ χτύπησες τον… Τζόναθαν; Μήπως… τον Μιχάλη στο ροκ φεστιβάλ… Ω θεέ μου! Εσύ;

-Ναι εγώ. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αφήσω κάποιον να σε εκμεταλλευτεί. Το έκανα και δε νιώθω τύψεις. Έπεφτες πάνω σε αρπακτικά, ήσουν ευάλωτη μετά το χαμό των δικών σου και κάποιοι το μυρίστηκαν και έτρεξαν σαν όρνια.

Επενέβαινε στη ζωή της χωρίς εκείνη να το ξέρει. Δεν του είχε δώσει καμία άδεια να το κάνει. Δεν ήξερε καν ότι κυκλοφορούσε δίπλα της. Την παρακολουθούσε. Με πιο δικαίωμα; Πώς εισέβαλε στην προσωπική της ζωή χωρίς να τη ρωτήσει;  Είχε θυμώσει μαζί του. Είχε θυμώσει στα αλήθεια μαζί του; Γιατί τότε τα μάγουλά της κοκκίνισαν από ευχαρίστηση; Γιατί κολακεύτηκε από την εξομολόγησή του; Ο Απόλλωνάς της ήταν ο φύλακας άγγελός της. Τον έφερε στο μυαλό της να φορά φτερά πίσω στην πλάτη και γέλασε.

-Δεν ξέρω γιατί γελάς. Σίγουρα γελάς με τη συμπεριφορά μου… Σου ζητώ συγνώμη για την εμπλοκή μου στα προσωπικά σου αλλά κάθε φορά που σε έβλεπα να χάνεσαι στον εαυτό σου, την προσπάθειά σου να σταθείς στα πόδια σου, έβλεπα να πέφτεις πάνω σε άτομα που ήθελαν μόνο να εκμεταλλευτούν την αδυναμία σου, τον πόνο σου…

Για ακόμη μια φορά το χτύπημα στο κινητό τους διέκοψε. Σηκώθηκε και το άνοιξε αφού βγήκε στο μπαλκόνι. Μιλούσε στα αγγλικά και μετά από πέντε περίπου λεπτά μπήκε στο δωμάτιο.

-Πρέπει να φύγω, της είπε φανερά στενοχωρημένος. Με συγχωρείς. Μπορείς να καθίσεις και να φύγεις όποτε αισθανθείς καλύτερα!

Πήρε το σακάκι του από την πολυθρόνα και την πλησίασε στο κρεβάτι. Την κοίταξε και έσκυψε απότομα πάνω της δίνοντάς της ένα φιλί στο… μέτωπο. Έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο και εκείνη έμεινε πίσω ξαπλωμένη στο κρεβάτι πιο πολύ ζαλισμένη από κάθε άλλη φορά. Ζαλισμένη και αναστατωμένη συνάμα.  «Το φιλί είναι ένα όμορφο κόλπο, που σχεδίασε η φύση, για να σταματούν οι λέξεις όταν τα λόγια είναι περιττά», θυμήθηκε τα λόγια της Ingrid Bergmen. Το φιλί στο μέτωπο την έκαψε. Την άναψε. Δεν μπορούσε να θυμώσει με αυτόν τον άντρα. Δεν μπορούσε και ας την άφηνε συνέχεια στα… «κρύα του λουτρού»!

Σηκώθηκε, έφτιαξε τα ρούχα της και χτένισε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά της. Πήρε τον καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Ήταν μια όμορφη μέρα και η θέα της Ακρόπολης τη μάγεψε. Γύρισε μέσα, πήρε την τσάντα της και έφυγε. Ο λογαριασμός φυσικά και είχε πληρωθεί. Ήθελε να περπατήσει. Να περπατήσει στα στενά με τα μαγαζάκια, τους πλανόδιους πωλητές. Χάζεψε τους πάγκους με τα παλιά νομίσματα, τα παλιά ή μεταχειρισμένα βιβλία, τα κοσμήματα…

«Δεν θέλω να ξαναβρεθούμε Μυρτώ. Αρκετό ξύλο έφαγα από τον τύπο… Το μόνο που θυμάμαι είναι… κάτι ακαταλαβίστικα που έλεγε και κάτι μπλε μάτια…»

-Τον καημένο τον Τζόναθαν… μουρμούρισε και γέλασε.

Όλες τις εκκρεμότητες της έκθεσης τις ανέθεσε στο δικηγόρο της. Μόνο εκείνος ήρθε σε επαφή με το γκαλερίστα και μόνο εκείνος παρέλαβε το ποσό από τα κέρδη της. Την ίδια μέρα είχε γυρίσει κιόλας στο νησί με την απογευματινή πτήση. Η Άννα την περίμενε στην έξοδο με το αυτοκίνητό της. Κόντεψε αρκετές φορές να βγει από το δρόμο καθώς άκουγε όλα όσα της έλεγε η Μυρτώ. Από θαύμα κατάφερε να φτάσει έξω από τη Χώρα. Άφησε το αμάξι στο πάρκινγκ, όπου ως εκεί επιτρεπόταν η χρήση αυτοκινήτου και άλλων τροχοφόρων εκτός αυτών που τροφοδοτούσαν τα μαγαζιά.

-Τι πέρασες κοριτσάκι μου! Να μην είμαι κοντά σου… Ο Νίκος; Ο Νίκος ο ψαροκασέλας; Ναι, είναι γιατρός στο νησί. Ξέχασα να σου το πω. Μπράβο του! Καλά τον έκανε! Για κάτσε… Μια στιγμή φιλενάδα! Τρέχει κάτι με σένα και το Νίκο και δεν το ξέρω; Α! Θα θυμώσω!

-Βρε Άννα μου! Έλεος! Ας φτάσουμε στο σπίτι και θα στα πω όλα με τη σειρά. Πώς αντέχεις να μιλάς και να κουβαλάς βαλίτσες στην ανηφόρα μου λες;

Η Μυρτώ της τα είπε όλα από την αρχή. Οι γκριμάτσες στο πρόσωπο της Άννας διαδέχονταν η μία την άλλη. Το ίδιο και οι κραυγές που κατά διαστήματα έβγαζε. Κραυγές χαράς, κραυγές θυμού, επευφημίας…  Στο τέλος αποκαμωμένες έπεσαν στο κρεβάτι και κοιμήθηκαν. Αύριο μια καινούρια μέρα ξημέρωνε στο νησί.

Το πρωί η κυρά Καλλιόπη, η μητέρα της Άννας, έφτιαξε μια πεντανόστιμη πίτα και την άφησε αχνιστή επάνω στο τραπέζι της αυλής.

-Άννα μου δε φτιάχνεις καφέ στο κορίτσι; Μυρτώ μου, εγώ αυτό το καφέ που πίνετε δεν έμαθα να φτιάχνω. Αν θέλεις κορίτσι μου ελληνικό, ευχαρίστως!

-Άστο μαμά και θα φτιάξω εγώ. Η Μυρτώ ελληνικό δεν πίνει!

Σε λίγο ήρθαν και τα καφεδάκια. Τα κομμάτια της πίτας φαγώθηκαν και τα κορίτσια έκαναν το πρόγραμμα της ημέρας. Φυσικά θα πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα και έπειτα για καφέ στην παραλία. Η Μυρτώ απέρριψε την πρόταση της Άννας να περάσουν από το νοσοκομείο όσο και αν επέμενε εκείνη. Μόνο γονατιστή δεν την παρακάλεσε…

Η παραλία ήταν ήδη γεμάτη κόσμο. Ευτυχώς πρόλαβαν δύο πολυθρόνες κάτω από μία ψιλοχαλασμένη ψάθινη ομπρέλα στην άκρη από παραλιακό μπαράκι. Παράγγειλαν καφεδάκια και ένα τάβλι για να περάσουν την ώρα τους. Σιγά σιγά φάνηκαν και τα άλλα κορίτσια της παρέας και έμεινε το τάβλι στην άκρη μιας και άρχισαν να μιλάνε για τα νέα του νησιού. Μικρό το νησί. Μια χούφτα άνθρωποι. Τίποτα δεν έμενε κρυφό και τίποτα δεν έμεινε ασχολίαστο. Μετά τη βουτιά ήρθε η ώρα της ρακέτας. Η Μυρτώ άρχισε να παίζει ρακέτες με την Φιλιώ δίπλα στο πεζούλι και μακριά από τις ξαπλώστρες για να αποφύγουν να χτυπήσουν κάποιον… ανύποπτο.

Το μπαλάκι χτύπησε στο κουβαδάκι του μικρού και θα έπεφτε με δύναμη στο κεφαλάκι του αν η Μυρτώ με αυτοθυσία δεν έκανε ένα μακροβούτι για να το πιάσει τελευταία στιγμή. Έχασε την ισορροπία της και σύρθηκε στην άμμο. Έβλεπε να πλησιάζει με δύναμη το τσιμεντένιο πεζούλι με το κεφάλι. Άπλωσε τα χέρια της μπροστά και ευτυχώς πρόλαβε να το αποφύγει. Το αριστερό της χέρι σύρθηκε πάνω στο τσιμέντο. Έγδαρε άσχημα το χέρι της. Πονούσε. Η Άννα έντρομη έτρεξε κοντά της. Την ακολούθησαν και τα κορίτσια. Μία κυρία σηκώθηκε κρατώντας ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. Το άνοιξε και της ξέπλυνε το χέρι. Έτσουξε και μόρφασε από τον πόνο.  Η Άννα τη βοήθησε να σηκωθεί. Τα κορίτσια τακτοποίησαν τα πράγματά της και τη βοήθησαν να φορέσει το σορτσάκι και τη μπλούζα της. Η Άννα την κρατούσε από το ένα χέρι και από το άλλο μετέφερε τις τσάντες τους.

-Φιλενάδα, δεν το γλυτώνεις το νοσοκομείο, της είπε.

Η Μυρτώ δεν κατάλαβε το ύφος της. Στενοχωριόταν  ή  ήταν ενθουσιασμένη με αυτή την εξέλιξη;

Δήλωσαν τα στοιχεία της στην είσοδο και περίμεναν στις πολυθρόνες του διαδρόμου. Μία νοσοκόμα πέρασε και κοίταξε το χέρι της. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα της και ευγενικά της είπε:

-Σε λίγο θα σας δει ο γιατρός. Μόλις βγει η ασθενής είστε η επόμενη. Της έδειξε την πόρτα απέναντι και η Μυρτώ διάβασε το όνομά του πάνω σε αυτή. Κοκκίνισε.

-Μυρτώ… πονάς; Ο καλύτερος θα σε εξετάσει! Και της έκλεισε το μάτι. Πετάγομαι να πάρω κάτι που ζήτησε η μάνα και επιστρέφω. Κοίτα μην το σκάσεις! Εδώ θα σε βρω.

-Άμα σε πιάσω… της είπε και γέλασαν και οι δύο.

Η Μυρτώ σηκώθηκε από την καρέκλα της για να καθίσει ένας ηλικιωμένος κύριος που μόλις είχε  έρθει συνοδευόμενος από μία επίσης ηλικιωμένη κυρία.  Οι δυο τους την ευχαρίστησαν και εκείνη πήγε να πιει λίγο νερό από το μηχάνημα δίπλα στο ιατρείο. Ακούστηκαν γέλια. Γέλια ενός άντρα και μίας… γυναίκας. Η πόρτα άνοιξε. Πετάχτηκε μια όμορφη ξανθιά κοπέλα που χαχάνιζε. Πίσω της φάνηκε ο… Νίκος. Γελούσε και αυτός. Η όμορφη ξανθιά γύρισε απότομα και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τον χαιρέτησε και έφυγε. Ο Νίκος σήκωσε το χαρτί που κρατούσε όταν η κοπέλα έφυγε από την κεντρική πόρτα του νοσοκομείου.

-Η επόμενη παρακαλώ… Μυρτώ! Μυρτώ εσύ; Έλα μέσα!

Η Μυρτώ έδειχνε απόμακρη, θυμωμένη. Ήταν θυμωμένη ή μήπως ζήλεψε; Η ζήλεια είναι ένα έντονο συναίσθημα. Έντονο όσο αυτό της αγάπης. Η ζήλεια συναντάται στην ελληνική μυθολογία με τη ζηλοτυπία της Ήρας, τη διαμάχη Αγαμέμνονα-Αχιλλέα για τη Βρισηίδα, στην παγκόσμια λογοτεχνία όπως στον Οθέλο αλλά και στην Αγία Γραφή.  Με τη ζήλεια ο άνθρωπος δείχνει πως νιώθει να απειλείτε από κάτι που θεωρεί πως του ανήκει… Η ζήλεια έχει την έννοια για τον πάσχοντα, ότι κατέχει κάτι πολύτιμο και ότι αυτό χρειάζεται διαρκώς την επαγρύπνησή του για να συνεχίσει να το έχει. Εκείνη όμως δεν είχε κάτι. Πίστευε ότι είχε. Ήθελε να είχε. Και τώρα φάνηκε αυτή η όμορφη νεαρή ξανθιά με μια οικειότητα απέναντί του που την έκανε να ζηλέψει.

-Πώς τα κατάφερες;

-Σύρθηκα πάνω στο πεζούλι στην παραλία, του απάντησε κοφτά.

-Για να το καθαρίσω, να δω…

Μέρος 7ο

 Μέρος 7ο

 

Οι κινήσεις του ήταν απαλές. Κάθε τόσο την κοίταζε να δει αν πονάει και όταν βεβαιωνόταν πως όλα πήγαιναν καλά συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό να το περιποιείται. Διέκρινε μια ψυχρότητα στο ύφος της μα δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο. Ίσως γιατί είχε φύγει έτσι απότομα από το ξενοδοχείο.  Ίσως ξανασκέφτηκε όλα όσα είπαν και τελικά θύμωσε για τις επεμβάσεις του στην προσωπική της ζωή. Ίσως να ήταν και αυτό.  Κάθισε κοντά της  και χωρίς να τη κοιτά τη ρώτησε:

-Συμβαίνει κάτι Μυρτώ; Θέλεις να μιλήσουμε;

-Όχι! Δεν συμβαίνει κάτι. Όλα καλά! Τελείωσες με το χέρι; Ο τόνος της φωνής της δεν άφηνε περιθώρια για συζήτηση.

-Είσαι έτοιμη. Περίμενε να σου γράψω και μία αντιβίωση για να μην μολυνθεί.

Κάθισε στο γραφείο του και η Μυρτώ τον περίμενε αμίλητη να τελειώσει. Όταν εκείνος τέντωσε το χέρι του για να της δώσει το χαρτί, εκείνη το πήρε απότομα, του πέταξε ένα ξερό ευχαριστώ και έφυγε από το γραφείο. Ο Νίκος έτρεξε από πίσω της. Πρόλαβε και κράτησε την πόρτα πριν κλείσει μα η Μυρτώ είχε κιόλας φτάσει στα μισά του διαδρόμου προς την έξοδο. Η Άννα μόλις είχε μπει. Κοίταξε μία τη Μυρτώ που την προσπέρασε σαν κυνηγημένη και μία τον Νίκο που έμοιαζε να απορεί και να είναι λυπημένος. Μόνο όταν η Άννα τον χαιρέτησε πήρε το βλέμμα του από τη Μυρτώ. Της ανταπέδωσε το χαιρετισμό και γύρισε στο ιατρείο του.

Η Άννα έτρεξε να την προλάβει.

-Τι στο καλό έγινε; Εσύ τρέχεις σαν τη τρελή και βγάζεις καπνούς από τα αυτιά και αυτός μένει να σε κοιτά απορημένος.

-Απορημένος; Γιατί; Επειδή δεν του έδωσα συγχαρητήρια για τις επιλογές του; Έπρεπε να του πω πόσο όμορφη ήταν η ξανθιά ύπαρξη που βγήκε από το γραφείο του χασκογελώντας; Τον φίλησε κιόλας!

-Τον φίλησε; Στο στόμα;

-Στο μάγουλο! Ωραίος γιατρός. Εν ώρα υπηρεσίας…

Η Άννα την άφησε να ξεθυμάνει. Στο μάγουλο τη φίλησε. Ε και; Σιγά το πράγμα. Δεν είπε τίποτα. Μόλις έφθασαν στο πλακόστρωτο την χαιρέτησε και της είπε να ξεκουραστεί. Η ίδια πήρε τη συνταγή να πάει να αγοράσει την αντιβίωσή της και να τρέξει στο αεροδρόμιο να πάρει το Γιάννη της που ερχόταν για το πανηγύρι του νησιού. Αυτό ξέχασε να της το πει. Ο Γιάννης της ερχόταν. Της είχε τηλεφωνήσει τη στιγμή που βγήκε από το νοσοκομείο. Ούτε για το πανηγύρι της είχε πει. Με τα νεύρα που είχε… δεν θα είχε καμία όρεξη για το πανηγύρι.

Όταν βρέθηκαν οι τρεις τους το απόγευμα στην αυλή του σπιτιού της, η Άννα κόντεψε να πνιγεί όταν η Μυρτώ έδειξε ενθουσιασμό για τις εκδηλώσεις του πανηγυριού.

-Φυσικά και θα πάμε! Πάντα μου άρεσε το πανηγύρι. Κατάνυξη, γλέντι, χορός… και κόσμος! Πολύ κόσμος!

-Και εγώ πάλι θα συνοδεύω δύο κούκλες! Ποιος στη χάρη μου! Είπε ο Γιάννης  και η Μυρτώ γέλασε μαζί του.

Η Άννα δεν την άφηνε μόνη της. Μετά την αντίδρασή της για το πανηγύρι… ένιωθε κάτι παράξενο στην ατμόσφαιρα. Η Μυρτώ ζήλευε. Ήταν σίγουρη για αυτό. Ζήλευε γιατί είχε ερωτευτεί. Είχε ερωτευτεί και δεν ήξερε αν η φίλη της μπορούσε να το διαχειριστεί. Αν η όμορφη ξανθιά ήταν το φλερτ του Νίκου τα πράγματα θα εξελισσόταν άσχημα… Δεν ήθελε να πληγωθεί η φίλη της. Αρκετά χτυπήματα είχε δεχθεί ως τώρα. Σαν από μηχανής θεός ο Γιάννης το επόμενο πρωί…

-Κορίτσια, έχω να προτείνω κάτι. Θέλουμε μία βδομάδα ως το πανηγύρι. Άννα κάνω λάθος;

-Κανένα! Όπως τα λες!

-Θα σας πάρω λοιπόν μαζί μου στην Αθήνα. Θα γυρίσουμε όλα τα εμπορικά. Θα πάμε στα καλύτερα μαγαζιά. Ψώνια, φαγητό, διασκέδαση. Τι λέτε;

-Ωραία ιδέα Γιάννη μου! Απάντησε με προσποιητό ενθουσιασμό η Άννα κοιτώντας τη Μυρτώ. Περίμενε να δει την αντίδρασή της.

-Και δεν πάμε; Τι άλλο έχουμε να κάνουμε εδώ! Απάντησε εκείνη και από την Άννα βγήκε ένας αναστεναγμός ανακούφισης.

Στην Αθήνα οι μέρες κυλούσαν όμορφα και ξέγνοιαστα κατά κάποιο περίεργο τρόπο για τη Μυρτώ και το Γιάννη. Η Άννα ήταν συνέχεια σφιγμένη και σε εγρήγορση. Παρακολουθούσε τη συμπεριφορά της Μυρτώς. Δεν θα άφηνε κανέναν και τίποτα να της ρίξει την καλή της διάθεση. Θα την προστάτευε από κάθε τι «κακό». Όσο εκείνη την πρόσεχε άλλο τόσο η Μυρτώ έδειχνε ευδιάθετη. Ψώνισε όμορφα ρούχα και αγόρασε ασορτί σανδάλια και τσάντες. Ήταν πάντα γελαστή και η παρέα της ήταν ευχάριστη. Διασκέδασαν σε παραλιακά μαγαζιά και σε μουσικές σκηνές παρακολουθώντας γνωστούς τραγουδιστές. Αγόρασε πινέλα και μπογιές και κανόνισε τη μεταφορά καμβάδων στο νησί για να μπορεί να «δουλέψει» με την ησυχία της στο χώρο που ήθελε.

Οι μέρες πέρασαν ευχάριστα. Τόσο ευχάριστα που στο τέλος η Άννα χαλάρωσε και απόλαυσε επιτέλους τη διαμονή τους στην Αθήνα. Έφτασε η ώρα για την επιστροφή τους στο νησί. Στο σπίτι η Μυρτώ έβγαλε προσεχτικά τα ρούχα από τη βαλίτσα και τα κρέμασε με προσοχή στη ντουλάπα της. Τακτοποίησε τα παπούτσια στην παπουτσοθήκη στο μικρό χολ και κρέμασε τις τσάντες στον καλόγερο πίσω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Κοίταξε το κρεβάτι της και έτρεξε πάνω του. Αγκάλιασε το μαξιλάρι της και άρχισε να κλαίει γοερά. Ξέσπασε. Με τα μάτια υγρά την πήρε ο ύπνος. Της χάρισε έναν ύπνο βαρύ και λυτρωτικό χωρίς όνειρα.

Από το πρωί της επόμενης η κυρά Καλλιόπη άρχισε τη λάτρα του σπιτιού. Πριν το πανηγύρι όλες οι καλονοικοκυρές έκαναν άνω κάτω το σπίτι! Έβγαζαν να αερίσουν τα στρώματα και να τα τινάξουν. Να αλλάξουν στρωσίδια. Να πλύνουν και να κολλαρίσουν τα κεντίδια που θα στρωθούν ανήμερα της γιορτής. Να φτιάξουν πίτες, γλυκά… και τέλος να βάψουν και να ασπρίσουν τους τοίχους, τους κορμούς των δέντρων, τις γλάστρες και να σχηματίσουν με υπομονή τα «λέπια» στο πλακόστρωτο σοκάκι από όπου θα περάσει η εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Σε αυτούς τους ρυθμούς μπήκαν η Μυρτώ και η Άννα! Δύο σπίτια βλέπεις. Δεν θα την άφηνε η Άννα μόνη της. Στο χορό έβαλαν… και το Γιάννη. Τους έκανε όλα τα θελήματα χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις και το βράδυ αποκαμωμένος έπεφτε νωρίς για ύπνο ενώ τα κορίτσια έμεναν ως αργά, με μια γλυκιά υπερένταση από την κούραση. Μιλούσαν για τα πάντα. Για τα πάντα εκτός… Δεν άνοιξαν καμιά συζήτηση για το Νίκο. Σαν να μην υπήρχε! Η Άννα θα έπαιρνε όρκο πως τον είδε. Τον πήρε το μάτι της  κάνα δύο φορές να κοντοστέκεται στη γωνία πάνω από το σπίτι του  Παντελή του κρεοπώλη και να την κοιτά, μα δεν είπε τίποτα.

-Άννα!

-Ναι μητέρα.

-Θέλω μερικά υλικά ακόμα για το γλυκό. Τρέξε χαρά μου να μου τα φέρεις.

-Θα πάω εγώ, προσφέρθηκε ο Γιάννης.

-Εσύ θα τρομάξεις τον κόσμο έτσι πως βάφτηκες από πάνω μέχρι κάτω. Έρχομαι σε λίγο.

Η Άννα πήρε το χαρτάκι και έτρεξε στο παντοπωλείο της κυρίας Ευαγγελίας. Ήταν ένα μικρό παραδοσιακό παντοπωλείο που η κυρία Ευαγγελία το διατηρούσε όπως το είχε ο συχωρεμένος ο άντρας της.  Ήταν ένα αρκετά σκοτεινό μικρό μαγαζάκι γεμάτο ράφια. Είχε και έναν πάγκο με μια ζυγαριά και ένα ταμείο -αναγκαστικά-. Σε μεγάλα κοφίνια είχε τοποθετήσει φρέσκα λαχανικά από το μπαξέ της και τσουβάλια με χύμα όσπρια όπως κουκιά, φασόλια…

Η Άννα την καλημέρισε και εκείνη ανταπέδωσε! Την ήξερε από μωρό. Όλους τους ήξερε! Όλοι περνούσαν από το μαγαζί της μπροστά και σταματούσαν να τη χαιρετήσουν.

-Τι είναι Αννιώ μου; Τι ξέχασε η Καλλιόπη;

-Μη σε νοιάζει θεία Βαγγελιώ. Θα τα βρω μόνη μου! Θέλει ακόμα μαγειρική σόδα, κανέλλα, γαρύφαλλο τριμμένο, γαρύφαλλο ολόκληρο… μη νοιάζεσαι. Ξέρω που τα έχεις!

Η θεία Βαγγελιώ ήταν θεία για όλους. Χαμογέλασε στην Άννα και γύρισε να τοποθετήσει τα αυτά πάνω στον πάγκο. Η Άννα γύρισε το σώμα της προς τα ράφια και άρχισε να ψάχνει. Είχε κιόλας βρει δυο τρία μυρωδικά όταν…

-Καλημέρα.

-Καλημέρα κορίτσι μου. Τι να σου δώσω σήμερα;

Γύρισε το σώμα της να κοιτάξει πίσω της. Είδε στην είσοδο του παντοπωλείου μια όμορφη, λεπτή , ξανθιά, όμορφη κοπέλα με μια περίεργη προφορά. Είχε απλωμένο το χέρι της προς τη θεία Καλλιόπη. Κρατούσε ένα χαρτί. Ήταν μία λίστα για ψώνια. Όσο η θεία  Βαγγελιώ  τα ετοίμαζε, το κορίτσι  γύρισε και είδε την Άννα να την κοιτάζει, μάλλον επίμονα. Της χαμογέλασε και η Άννα ανταπέδωσε. Είχε πολύ χάρη αυτό το κορίτσι. Όταν η θεία Βαγγελιώ ετοίμασε τα ψώνια της έγραψε σε ένα χαρτί το σύνολο.

-Τόσο κοστίζουν κοπέλα μου!

Εκείνη άνοιξε με τα κομψά της δάχτυλα ένα μικρό ροζ πορτοφολάκι και έβγαλε ένα χαρτονόμισμα. Το έδωσε και περίμενε τα ρέστα. Τα τοποθέτησε, όταν τα πήρε πίσω, στο πορτοφολάκι και το έκλεισε. Τις χαιρέτησε χαμογελώντας. Πήρε χαριτωμένα τη τσάντα και βγήκε σχεδόν χορεύοντας από το παντοπωλείο.

-Πολύ χαριτωμένο κορίτσι, μουρμούρισε η θεία Βαγγελιώ και συνέχισε τη δουλειά της.

Η Άννα άδραξε την ευκαιρία…

-Πραγματικά! Χαριτωμένη και όμορφη. Ποια είναι; Δεν την έχω ξαναδεί.

-Α! Μένει στο σπίτι του ψαρά. Είναι καλεσμένη του γιατρού μας. Βοηθά στις δουλειές και της αρέσει να έρχεται να ψωνίζει.

-Συγγενείς τους είναι;

-Μπα! Όχι Αννιώ μου. Το κορίτσι είναι…

 Η Άννα πήρε ό,τι βρήκε μπροστά της και άφησε με τη σειρά της τα χρήματα που είχε μαζί της. Βιαζόταν να φύγει.

-Αννιώ μου περίμενε! Τα ρέστα σου! Ξέχασες και τα πράματα κορίτσι μου!

«Ποια ρέστα και ποια πράγματα… Εδώ καιγόμαστε!» σκέφτηκε η Άννα και έτρεξε να φύγει. Έπρεπε να βρει το Γιάννη μόνο του. «Το κορίτσι ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών…». Η Μυρτώ δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα. Θα έβρισκε τρόπο να τον ξεμοναχιάσει. Έπρεπε…

Μέρος 8ο

 Μέρος 8ο

-Γιάννη! Γιάννη! Πού είσαι;

-Εδώ μωρό μου. Στις διαταγές σου.

-Άσε τις χαζομάρες και έλα που πρέπει να σου πω. Η Μυρτώ πού είναι; Ρώτησε για να σιγουρευτεί.

-Πήγε να κάνει ένα μπάνιο. Τι συμβαίνει; Με τρομάζεις.

-Θα μου κάνεις μία μεγάλη χάρη. Θα πας τώρα αμέσως και θα βρεις το γιατρό του νησιού. Νίκο τον λένε. Μη με διακόπτεις, τον πρόλαβε. Θα τον καλέσεις σήμερα το βράδυ στο τραπέζι μας. Οπωσδήποτε να έρθει πες του! Α! μην ξεχάσεις να του τονίσεις ότι δεν πρέπει να έρθει μόνος του αλλά με τη συνοδό του! Κατάλαβες; Με τη συνοδό του! Θα καταλάβει αυτός και ο θεός ας βάλει το χέρι του. Πήγαινε τώρα!

-Έτσι όπως είμαι;

-Έτσι όπως είσαι! Καιγόμαστε. Να. Πάρε και αυτά τα χρήματα και φέρε… φέρε, φέρε ό,τι βρεις από το δρόμο αρκεί να μην καταλάβει κάτι η Μυρτώ. Έφυγες.

Ο Γιάννης έφυγε σφαίρα. Δεν ήξερε προς τα πού να πάει αλλά κατάλαβε πως έπρεπε να βρει το γιατρό σύντομα. Διακριτικά ρώτησε μία γριούλα και εκείνη του έδειξε το σπίτι του γιατρού αφού τον ρώτησε πρώτα:

-Γιέ μου πονάς και τρέχεις έτσι; Να γιάνεις γρήγορα. Το σπίτι του γιατρού είναι εκεί δα πάνω αλλά αν θες των γονιών του στρίψε αριστερά από ‘δω.

-Ευχαριστώ γιαγιάκα.

-Περαστικά σου!

Ο Γιάννης αποφάσισε να πάει στο σπίτι του γιατρού. Τον είδε να κάθεται και να διαβάζει κάτι κάτω από την ελιά, στην άκρη του πετρόχτιστου φράκτη. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανηφόρισε. Μπήκε στην αυλή και προχώρησε προς το Νίκο. Εκείνος τον αναγνώρισε αμέσως και έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα του. Ο Γιάννης του έκανε νεύμα και ο Νίκος ξανακάθισε. Ο Γιάννης τράβηξε μία καρέκλα κοντά του και σωριάστηκε από την κούραση. Τι τρέξιμο ήταν και αυτό;

-Γιατρέ, θα σου τα πω. Μισό λεπτό να πιω λίγο νερό… Πήρε μόνος του την κανάτα και γέμισε ένα ποτήρι νερό και το ήπιε μονορούφι. Ο Νίκος έμεινε έκπληκτος. Δροσερό!

-Λοιπόν… Συνέχισε. Επειδή δεν έχω χρόνο… Σήμερα θα έρθεις σαν καλεσμένος μου και θα καθίσεις στο τραπέζι μας στην πλατεία. Θα είμαστε εγώ, η Άννα και η Μυρτώ. Πρέπει οπωσδήποτε να έρθεις με τη συνοδό σου. Αυτό η Άννα μου μού είπε να το τονίσω.  Επειδή δε θυμάμαι πιο από τα δύο… τονίζω, πρέπει να έρθεις στο τραπέζι μας, πρώτον και δεύτερον, να έρθεις με τη συνοδό σου. Αυτά! Πρέπει να φύγω τώρα. Χάρηκα που τα είπαμε.

Σηκώθηκε σαν σφαίρα και έφυγε τρέχοντας όπως είχε πάει. Ο Νίκος προσπαθούσε να βάλει σε μία τάξη αυτά που άκουσε. «Να πάω σαν καλεσμένος στο τραπέζι τους, με τη συνοδό μου. Μάλιστα! Θα πάω λοιπόν με τη συνοδό μου!» σκέφτηκε και γέλασε.

Το απόγευμα όλα ήταν στη θέση τους και τα κορίτσια αποφάσισαν να ετοιμαστούν στο δωμάτιο της Μυρτώς για να μη μπαινοβγαίνουν σε αυτό της Άννα και χολοσκά μην λερώσει κάτι  η μητέρα της. Αποφάσισε να φορέσει ένα στενό και κοντό φόρεμα που αγκάλιαζε το σώμα της και τόνιζε τις καμπύλες της τόσο όσο έπρεπε χωρίς να είναι προκλητικό. Η Άννα την βρήκε υπέροχη! Φόρεσε και εκείνη ένα όμορφο κοντό φόρεμα σε άλφα γραμμή σε λευκό χρώμα που τόνιζε το μαύρισμά της. Όταν επιτέλους ετοιμάστηκαν βγήκαν και βρήκαν το Γιάννη να τις περιμένει στο τραπέζι μισοκοιμισμένος. Σε όλο το δρόμο τα κορίτσια τον πείραζαν αλλά εκείνος ένιωθε για μια ακόμη φορά περήφανος που συνόδευε δύο κούκλες.

-Επαναλαμβάνεσαι Γιάννη μου! Του είπε τρυφερά η Άννα.

-Την αλήθεια λέω καρδιά μου, της απάντησε και τη φίλησε στο στόμα. Κατέβηκαν πιασμένοι αγκαλιά ως την πλατεία.

Οι οργανοπαίχτες έπαιζαν κιόλας παραδοσιακά τραγούδια και ο κόσμος είχε γεμίσει την πλατεία. Όσοι είχαν τραπέζι είχαν αρχίσει να τρώνε. Πολύ στεκόταν όρθιοι, ντόπιοι και ξένοι, να ακούσουν τη μουσική. Το δικό τους τραπέζι ευτυχώς ήταν αρκετά μακριά από τους μουσικούς και έτσι είχαν μια σχετική ησυχία. Ο Γιάννης πρόσφερε τις καρέκλες στα κορίτσια και όταν εκείνες κάθισαν τράβηξε και αυτός μία για να βρεθεί δίπλα στην Άννα του.

-Συγνώμη, μπορώ να πάρω τις καρέκλες; Ρώτησε ένας κύριος από το διπλανό τραπέζι.

-Λυπάμαι! Του απάντησε ο Γιάννης. Περιμένω κάποιους. Χαμογέλασε στον άγνωστο κύριο και γύρισε να παραγγείλει.

Το παιδί που έπαιρνε τις παραγγελίες είχε κιόλας έρθει. Είχε ρίξει μια ματιά στη Μυρτώ και είχε δει την απορία στα μάτια της. Έπειτα κοίταξε με νόημα την Άννα και ξερόβηξε. Πήρε ένα πολύ σοβαρός ύφος την ώρα που έδινε παραγγελία. Πολύ σοβαρό και συνάμα… κωμικό, μα ήθελε να αποφύγει με αυτό τον τρόπο να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις από τη μεριά της Μυρτώς. Εκείνη πάλι δεν έδειξε καμία πρόθεση να ρωτήσει ποιος ήταν ο καλεσμένος τους. Το τραπέζι το είχε κλείσει ο Γιάννης και είχε κάθε δικαίωμα να καλέσει όποιον θέλει. Τα πιάτα άρχισαν να έρχονται. Ο σερβιτόρος άφηνε το πιάτο της Μυρτώς όταν ακούστηκε μια γνώριμη, για εκείνη, φωνή.

-Καλησπέρα σας! Ελπίζω να μην αργήσαμε!

-Όχι, καθόλου Νίκο! Περάστε! Από εδώ…

Ο Γιάννης σηκώθηκε για να δείξει τις θέσεις των δύο καλεσμένων του. Η Μυρτώ κόντεψε να πέσει από την καρέκλα της. Ο Νίκος ήταν όμορφος όπως πάντα. Το άσπρο λινό του πουκάμισο άφηνε να διαγράφεται το γυμνασμένο του στέρνο και θα ήταν ακόμα πιο όμορφος αν… αν δεν είχε περασμένο το χέρι της γύρω από το μπράτσο του η όμορφη ξανθιά κοπέλα που είδε στο ιατρείο του. Αυτοί λοιπόν ήταν οι καλεσμένοι που περίμεναν. Ο γιατρός και η συνοδός του… Πώς μπόρεσαν να τους καλέσουν; Γιατί ήθελαν να την πληγώσουν; Προσπάθησε να κρατηθεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και όρθωσε το σώμα της στην καρέκλα. «Φόρεσε» ένα προσποιητό χαμόγελο και τον κοίταξε. Και κείνος την κοίταξε. Την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια για να μπορέσει να διαβάσει τις σκέψεις της αλλά μάταιο… Πήρε την απόφαση να πει:

-Να σας συστήσω λοιπόν. Γύρισε και κοίταξε το κορίτσι δίπλα του. Εκείνο χαμογελούσε και τον κοιτούσε ναζιάρικα. Η Ελισάβετ…

-Έλσα! Τον διέκοψε εκείνη και γέλασε.

-Τέλος πάντων, συνέχισε εκείνος. Από δω η Έλσα, η κόρη του νονού και της νονάς μου που την έφερα από την Αμερική και τη φιλοξενώ. Προσπαθώ να της μάθω ελληνικά αλλά μάλλον δεν είμαι καλός δάσκαλος. Θα έπρεπε να της έχω πει τα βασικά για να καταλάβει…  συμπλήρωσε κοιτώντας με νόημα τη Μυρτώ.

Ήθελε να του ζητήσει συγνώμη για τα μούτρα της. Έπρεπε να είχε ρωτήσει και να είχε μάθει πιο είναι το κορίτσι. Άφησε τόσες μέρες και τόσες ώρες από τη ζωή της να τη βασανίζουν οι σκιές. Δεν έψαξε για το φως. Πόσο επιπόλαιη ήταν; Ένιωσε άσχημα και έμεινε να ψιλοκόβει το κρέας στο πιάτο της χωρίς να πει κουβέντα. Ήταν η ώρα της σιωπής. Σιωπούν όσοι δεν μπορούν να εκφραστούν. Τι να έλεγε; Προτίμησε να κρατήσει το στόμα της κλειστό και να δεχτεί ταπεινά την ήττα της. Την ήττα αφού θριαμβευτικά άφησε να την νικήσει η άγνοιά της. Σώπασε και υπόμεινε καρτερικά να  μιλήσουν όσοι είχαν κάτι να πουν. Άλλωστε με την σιωπή της τα έλεγε όλα. Έφταιγε!

Η Έλσα σηκώθηκε με χαρά να χορέψει μαζί με το Γιάννη και την Άννα. Δεν ήξερε να χορεύει αλλά ακόμα και το χοροπηδητό της ήταν χαριτωμένο και κανένας δεν την κακολόγησε. Ο Νίκος βρέθηκε κοντά της παίρνοντας τη θέση της Άννας. Γέμισε το ποτήρι του και το ποτήρι της με κρασί και της το πρόσφερε.

-Στην υγειά μας, της είπε σιγανά πλησιάζοντας το στόμα του κοντά στο αυτί της. Είσαι πολύ όμορφη σήμερα.

-Σε ευχαριστώ, κατάφερε να πει. Σήκωσε το ποτήρι της και κατέβασε μονορούφι το περιεχόμενό του.

-Λίγο-λίγο Μυρτώ.

Γύρισε και τον κοίταξε την ώρα που εκείνος έπαιρνε το ποτήρι από το χέρι της για να το αφήσει στο τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν χαχανητά. Η Έλσα είχε πλησιάσει το Νίκο. Τον άρπαξε από το χέρι και τον τράβηξε στην αυτοσχέδια πίστα. Χάθηκαν μέσα στον κόσμο. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Πήρε την τσάντα της και σηκώθηκε. Γύρισε την πλάτη της στη βοή του πανηγυριού και προχώρησε στο πλακόστρωτο.

Άνοιξε το βήμα της. Ήξερε πως έφευγε από το αντίθετο μέρος αλλά δεν είχε σκοπό να πάει στο σπίτι της. Να φύγει για λίγο μακριά από τον κόσμο ήθελε. Χρειάζεται μεγαλύτερη δύναμη να σιωπήσεις τέτοιες στιγμές και να μείνεις μόνος, παρά να πεις αυτά που νιώθεις… έτσι πίστευε. Ήθελε να μείνει μόνη απεγνωσμένα. Είχε ξεχάσει πως είναι να ακούς… Τάχυνε το βήμα της και περπάτησε σε έρημα σοκάκια χωρίς να ξέρει προς τα πού πηγαίνει. Μέσα στο σκοτάδι όλα της έμοιαζαν ίδια. Κοντοστάθηκε σε ένα τοίχο και ακούμπησε τον ώμο της. Ο ένας λυγμός έφερε τον άλλο και το ξέσπασμά της ήταν έντονο. Πέρασαν κάμποσε λεπτά για να ηρεμήσει. Είχε καθίσει πάνω σε ένα πεζούλι έχοντας ακουμπήσει το κεφάλι πάνω σε μία πόρτα. Ένιωθε αδύναμη, κουρασμένη. Προσπάθησε να σηκωθεί όταν έχασε την ισορροπία της. Τα γόνατά της λύγισαν και έβγαλε μία κραυγή από το φόβο. Δυο χέρια την κράτησαν όρθια. Την στήριξαν και την κράτησαν από τη μέση. Έπειτα τη γύρισαν απαλά. Βρέθηκε πάνω του. Την κρατούσε και τη στήριζε. Χωρίς να της πει τίποτε πέρασε το χέρι του πίσω από το κεφάλι της και της το έφερε πάνω στο στέρνο του. Την έσπρωξε με το άλλο απαλά πάνω του και την αγκάλιασε.

-Δε θέλω να κλαις, της είπε τρυφερά και σήκωσε το πρόσωπό της με το χέρι του. Πόσο πολύ σε αγαπώ πριγκίπισσά μου. Δεν θα σε αφήσω ποτέ από κοντά μου.

-Και εγώ σε αγαπώ!

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και μίλησαν. Είπαν τόσα όσα δεν είχαν πει ως τότε. Σιωπούσαν. Σιωπούσαν μα τώρα έγιναν φλύαρα. Άκουσαν. Άκουσαν τις ανάσες να κόβονται. Άκουσαν τους χτύπους της καρδιάς να καλπάζουν σαν ανήμερα άτια από τον πόθο και τον έρωτα. Είδαν. Είδαν δυο ανθρώπους να γίνονται ένα εκεί, δίπλα σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, δίπλα σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Είδαν την αγάπη να διώχνει το σκοτάδι, να σβήνει τις σκιές. Χρώματα τολμηρά ξέφυγαν από τα χείλη. Χρώματα σαγηνευτικά άφηναν τα χνάρια από τα χέρια πάνω στη διψασμένη σάρκα. Ο έρωτας έχει χρώμα… Έβαψε τα πάντα γύρω τους και εκείνοι χάθηκαν μέσα του.

ΤΕΛΟΣ

  Πρόσκληση στη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια» Από  Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα   Η λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω γραφής»...