Σάββατο 24 Απριλίου 2021
«Στην Ανατολή του Ήλιου»
«Στην Ανατολή του Ήλιου»
Είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια! Τρία χρόνια, δύο μήνες και δώδεκα μέρες από τη στιγμή που αποφάσισε να τα αφήσει όλα πίσω της και να μπει στο αεροπλάνο. Ήθελε να ξεχάσει! Να ξεχάσει και να ρισκάρει. Άλλωστε αν δε ρισκάρει πώς θα ανακαλύψει μέχρι πού μπορεί να φτάσει;
Το ταξίδι ήταν μακρινό. Δέκα επτά περίπου ώρες… Ώρες που φάνηκαν αιώνας. Καθισμένη κοντά στο παράθυρο του αεροπλάνου είχε χρόνο να κάνει έναν απολογισμό. Είναι αλήθεια πως οι καλύτεροι απολογισμοί γίνονται μέσα σε αεροπλάνα, τρένα… Φεύγεις. Φεύγεις και με μαγικό τρόπο καταλαβαίνεις τι σου λείπει, ποιος σε ψάχνει, σε ποιον και σε τι θέλεις να επιστρέψεις. Ήταν σίγουρη πως σε εκείνη θα έλειπαν οι γονείς της και οι φίλοι της. Εκείνος έσβηνε ώρα με την ώρα πίσω από τα σύννεφα. Όσο έσβηνε τόσο η καρδιά της γινόταν και πιο ανάλαφρη.
Αποδέχτηκε την πρόταση της ξαδέρφης της να δουλέψει στην ανερχόμενη επιχείρηση που έστησε με τους συνεργάτες της στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Το σοκ των γονέων της… μεγάλο! Δεν της είπαν όμως τίποτα. Την είδαν αποφασισμένη! Ο πατέρας της ένιωσε και μια μικρή… ανακούφιση. Επιτέλους είχε βγει από το τέλμα και είχε πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Το καλύτερο αύριο χτίζεται από ανθρώπους με δύσκολο… χτες. Το δικό της «χτες» ήταν κάτι παρά πάνω από δύσκολο… Οι μώλωπες από το σώμα της είχαν ήδη χαθεί. Οι πληγές της ψυχής δεν θα χάνονταν ίσως ποτέ.
Ήθελε μια ήσυχη καθημερινότητα. Μια ρουτίνα… Σε αυτή τη χώρα όμως όλα κυλούσαν γρήγορα. Νοίκιασε ένα όμορφο σπίτι δίπλα σε αυτό της ξαδέρφης της στην Οσάκα. Τα κεντρικά γραφεία της επιχείρησης ήταν στο Τόκυο. Πεντακόσια δέκα πέντε χιλιόμετρα περίπου μακριά. Σχετικό το «μακριά» σε αυτή τη χώρα. Τρεις ώρες για αυτή την απόσταση. Τρεις ώρες με το Σινκανσέν, ένα ταχύτατο τρένο με ακρίβεια στην ώρα άφιξης και αποχώρησης, άνεση, φιλοξενία, ασφάλεια, αξιοπιστία, κατασκευασμένο να είναι ανθεκτικό σε σεισμούς και τυφώνες. Τρεις ώρες να ξεκουραστείς, να αποκοιμηθείς ή να προγραμματίσεις τα επαγγελματικά ραντεβού στο Τόκιο.
Η δουλειά της ήταν αυτό που ήθελε πάντα να κάνει! Ακόμα και αυτό το πήγαινε έλα την χαροποιούσε! Ξεκινούσε με το πρώτο τρένο και φτάνοντας στο Τόκυο έπαιρνε από το σταθμό το μετρό. Κατέβαινε συχνά στο πάρκο Ουένο, περπατούσε στα μονοπάτια του, καθόταν στα παγκάκια της λίμνης και όταν είχε πολύ χρόνο επισκεπτόταν το ζωολογικό κήπο και τα μουσεία. Άλλοτε πάλι στεκόταν σιωπηλή έξω από το ναό Σένσο-Τζι, τον παλαιότερο ναό στο Τόκιο. Της έκανε φοβερή εντύπωση όταν έμαθε πως ο ναός κατασκευάστηκε για να τιμήσουν τη θεά Κάνον… τη θεά του ελέους. Έλεος… Έλεος είχε ζητήσει, έλεος… μα δεν το βρήκε ποτέ. Το θεοποίησε, μα ξέφυγε μόνο όταν το απομυθοποίησε. Ζήτησε λύτρωση και τη βρήκε όταν γνώρισε τη δύναμη που έκρυβε βαθιά μέσα της. Όταν βρήκε τη δύναμη στάθηκε στα πόδια της. Είναι στιγμές που ενώ έχεις φτάσει στα όριά σου ψάχνεις αφορμές να αντέξεις λίγο ακόμα, περιμένεις να φτάσει η κατάλληλη στιγμή που όλα θα αλλάξουν… Αυταπάτη… Περιμένεις να αντέξεις… γιατί; Πόσο πόνο να αντέξεις; Περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή αφήνεις να σε προσπερνά η ζωή… Αν ποτέ δεν έρθει; Αν όσα περιμένεις να έρθουν ίσως τελικά περιμένουν εκείνα να πας; Εκείνη πήγε! Έκανε το βήμα μπροστά! Να που η ζωή της χάρισε επιτέλους τις στιγμές που της χρωστούσε, Της χάρισε στιγμές γαλήνης, χαράς, ικανοποίησης. Βρήκε επιτέλους τον εαυτό της σε αυτή την χώρα. Είχε ανάγκη από χρόνο για όνειρα, χρόνο για γαλήνη, χρόνο για να υπάρχει… Μέχρι πριν υπήρχε μόνο η σιγή, ο πόνος… Είχε ριζώσει μέσα της και να που άπλωσε τα φτερά της, τα τίναξε δυνατά και κατάφερε να πετάξει ψηλά τραβώντας και ξεκολλώντας με δύναμη τα πόδια της από το βούρκο που δημιούργησαν τα δάκρυά της. ‘Άφησε τη μοναξιά και επέλεξε την απομόνωση. Έτσι επέτρεψε τον εαυτό της να διαλέγει την… απραξία, πολλές φορές, φτάνοντας στη γαλήνη. Στη γαλήνη του να κάθεται με τις ώρες στο πάρκο Ουένο, στο αγαπημένο της παγκάκι δίπλα στη λιμνούλα.
Τον πρώτο καιρό, προσπαθώντας να αδειάσει το μυαλό της, μελετούσε τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω της, τόσο στη δουλειά όσο και στο «τρένο σφαίρα», στο πάρκο, στο δρόμο…
Κατάλαβε σύντομα πως δεν έπρεπε να εκφράζεται αυθόρμητα στους Ιάπωνες συνεργάτες της. Η ξαδέρφη της από την πρώτη μέρα της είχε πει αυτό που εκείνη είχε διαβάσει σε ένα περιοδικό…
-Στην Ιαπωνία υπάρχουν δύο τρόποι συμπεριφοράς. Ο ένας είναι το «Χόνε», όταν εκφράζεις τα πραγματικά σου συναισθήματα και τις επιθυμίες. Υπάρχει και το «Ταταμάε»… Εκφράζουμε και λέμε τα τυπικά. Δεν είναι τυχαίο που η πλειοψηφία διαλέγει το δεύτερο…
Στη δουλειά οι συνεργάτες και οι υπάλληλοι ήταν κυρίως ευρωπαίοι. Έλληνες, Ιταλοί, Άγγλοι… Δεν είχε όμως ως τώρα κανένα πρόβλημα επικοινωνίας με όλους! Είχε μάθει να κρατάει μια ουδέτερη στάση σε όλους. Δεν μπορούσε εύκολα να «ανοιχτεί» και προσπαθούσε με όλους να είναι ευγενική. Ήταν αποτελεσματική και βοηθούσε με τις ιδέες της τους συνεργάτες της. Το γραφείο το μοιραζόταν με τον Αλέξη, τον αρραβωνιαστικό της ξαδέρφης της, έναν ευχάριστο τύπο, πρόσχαρο με ένα τεράστιο χαμόγελο για όλους! Ο Ερνέστο από την άλλη, ισπανικής καταγωγής, ήταν πάντα σοβαρός και μετρημένος. Ο Χούλιο, ισπανικής και αυτός καταγωγής, πάντα τον πείραζε και πάντα δημιουργούσε έτσι για λίγο μια ευχάριστη φασαρία στο γραφείο. Ο Ερνέστο αφού ξεσπούσε για λίγο, έβαζε έπειτα τα γέλια, τον κοιτούσε με λατρεία και συνέχιζε τη δουλειά του. Όλοι ήξεραν πως οι δυο τους ήταν ζευγάρι και πως αυτός ήταν ο λόγος που άφησαν την πατρίδα για να βρεθούν εδώ. Έπειτα ήταν και ο Αντόνιο, ο Ιταλός. Ο Αντόνιο ήταν πάντα κομψός και γοητευτικός. Τον βοηθούσε το γυμνασμένο του σώμα, τα καλοχτενισμένα μαύρα μαλλιά του, τα πράσινα μάτια του…
Στην παρουσία του κοντά της ένιωθε παράξενα. Μάλωνε έπειτα τον εαυτό της… Φοβόταν… Την κοιτούσε με τα πράσινα μάτια του και κείνη ταξίδευε μαζί τους σε απέραντα λιβάδια με παράξενα δέντρα και καρπούς που όταν τα γευόταν άφηναν μια παράξενα γλυκιά γεύση στο στόμα και μια ηδονή στο σώμα που την τίναζε ψηλά στα σύννεφα. Αυτό ήταν το όνειρο που έβλεπε συχνά το τελευταίο διάστημα και την έφερνε σε αμηχανία κάθε φορά που έπρεπε να συνεργαστούν μαζί.
Μια ακόμη μέρα δουλειάς στο Τόκιο έφτασε στο τέλος της. Πήρε το μετρό και κατέβηκε στο πάρκο και με μεγάλες δρασκελιές έφτασε στο παγκάκι της. Μια τεράστια ανακούφιση πήρε την κούραση από το σώμα και έκλεισε τα μάτια να αφουγκραστεί τους ήχους γύρω της. Τα πουλιά κελαηδούσαν και το νερό στον μικρό καταρράκτη στην άκρη της λιμνούλας την χαλάρωσαν και άπλωσε ακόμα περισσότερο το σώμα της πάνω στο παγκάκι. Τα χέρια της τεντώθηκαν ως τις δύο άκρες του όταν το δεξί ακούμπησε σε κάτι… και τρόμαξε. Πετάχτηκε, και κοίταξε έντρομη προς τα εκεί. Δεν ήταν αληθινό αυτό που έβλεπε… Κι όμως! Κοίταξε τριγύρω της. Δεν υπήρχε κανένας κοντά της αλλά ούτε και σε απόσταση. Από πού στο καλό ξεφύτρωσε αυτή η ανθοδέσμη πάνω στο παγκάκι; Κάθισε ξανά και την πήρε στα χέρια. Ήταν μια πανέμορφη πλούσια ανθοδέσμη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα και πράσινα κλαδιά στολισμένα με κάτασπρες πέρλες. Την πήρε στα χέρια της. Πάνω είχε κρεμασμένο ένα φάκελο. Με χρυσά γράμματα ήταν γραμμένο το όνομά της. Τράβηξε το φάκελο και άφησε την ανθοδέσμη στο παγκάκι. Τον άνοιξε και τράβηξε την κάρτα από μέσα. Διάβασε:
Σε βλέπω μόνη.
Κοιτάζεις τον ουρανό.
Η καρδιά σπάει…
Μόνο να χαμογελάς.
Εγώ τότε πετάω!
Κράτησε την κάρτα σφιχτά πάνω της. Αναγνώρισε το ιαπωνικό πεντάστιχο ποίημα… Ένα τάνκα… γραμμένο όμως στα ελληνικά! Κάποιος μπήκε στον κόπο να της το γράψει γραμμένο στη γλώσσα της. Ποιος όμως; Και αν ήταν κάποιος Έλληνας; Κάποιος από την εταιρία; Ξανακοίταξε την κάρτα. Είχε δύο μικρές χρυσές καρδιές κάτω δεξιά περασμένη τη μία μέσα στην άλλη… Σίγουρα δεν την έγραψε η ξαδέρφη της… Στην σκέψη πως ήταν κάποιος κρυφός θαυμαστής χαμογέλασε αυτάρεσκα. Πώς την πλησίασε αθόρυβα; Πώς κατάφερε να αφήσει έτσι μια μεγάλη ανθοδέσμη δίπλα της χωρίς να το πάρει εκείνη χαμπάρι; Πώς ήξερε πως θα την έβρισκε εκεί; Σίγουρα την παρακολούθησε!
Κοίταξε προσεχτικά γύρω της ψάχνοντας για κάποια περίεργη κίνηση. Τίποτα! Μόνο δυο κοπέλες πέρασαν τρέχοντας φορώντας αθλητικά και ακουστικά στα αυτιά τους. Η μέρα κύλησε όμορφα! Ένιωθε χαρούμενη και συμπλήρωσε τη μέρα της με ψώνια, ένα καλό γεύμα και επιστροφή με το τρένο στο σπίτι της.
Την επόμενη μέρα κάποιος παρατήρησε μια ευχάριστη αλλαγή πάνω της. Ήταν ευδιάθετη, καλημέρισε με χαμόγελο τους πάντες στο πέρασμά της και έφερε ζεστά κρουασάν από το γαλλικό ζαχαροπλαστείο της γωνίας. Την κοιτούσε και χαμογελούσε!
Εκείνη έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά της για να μην αποκαλυφτεί… η ευτυχία της. Συγκρατούσε με δυσκολία το χαμόγελο στα χείλι της και κάθε τόσο ξερόβηχε για να το «πνίξει». Κάθε τόσο, πάντα τάχα αδιάφορα, κοιτούσε γύρω της σαν να σκέφτεται κάτι προσπαθώντας να δει αν κάποιος την κοιτάει. Ίσως ο άντρας που της πρόσφερε με τόσο παράξενο τρόπο την ανθοδέσμη. Έψαχνε τον ποιητή της. Μάταια. Όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλεία για τη μεγάλη έκθεση προϊόντων στο Τόκυο. Δεν έχασε τη διάθεσή της. Ήξερε να κάνει υπομονή! Αυτή τη φορά όμως είχε αποφασίσει να αφήσει ανοιχτή την καρδιά της σε κάτι καινούριο. Ένιωθε να πατά γερά στη γη. Ένιωθε έτοιμη να βυθιστεί στα νερά του έρωτα χωρίς ενοχές, χωρίς φοβίες… Οι συνεδρίες είχαν σταματήσει από καιρό. Δεν υπήρχε λόγος, της είχε πει ο ψυχολόγος της. Ήταν μια βροχερή μέρα που για ακόμη μία φορά βρέθηκε στο ναό και άφησε λουλούδια στη θεά του Ελέους. Έπειτα βρέθηκε στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως στην καρδιά της πρωτεύουσας ανάβοντας κερί μνημονεύοντας τους γονείς της.
Στη δουλειά της όλα κυλούσαν ομαλά! Το φόρτο εργασίας πριν τη μεγάλη έκθεση των προϊόντων της εταιρίας, ήταν βαρύ. Η έκθεση τελείωσε και όλοι ένιωθαν ικανοποιημένοι από την μεγάλη επιτυχία. Οι πελάτες, παλιοί και νέοι, έκαναν χιλιάδες παραγγελίες και η καμπάνια των προϊόντων τους είχε κερδίσει βραβείο πρωτοτυπίας!
Στο τέλος της μέρας έγινε μια μεγάλη δεξίωση στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας! Η Ντίνα δε σκέφτηκε καθόλου τα έξοδα και η διοργάνωση ήταν άψογη. Χορός, φαγητό και ποτό τους έφερε όλους σε μεγάλη ευθυμία! Μέσα σε αυτή την ευθυμία ήρθε και η αναγγελία των τριών ημερών ρεπό σε όλους! Το ρεπό ξεκινούσε από την επόμενη κιόλας μέρα.
Πήρε το μετρό και βρέθηκε στο σταθμό του τρένου. Ένιωθε μια γλυκιά ζαλάδα από το ποτό. Χωρίς να το καταλάβει παραπάτησε. Ένα χέρι την άρπαξε απότομα και την κράτησε όρθια προτού σωριαστεί στο έδαφος. Ο Αντόνιο! Δεν του έφερε αντίρρηση στην πρότασή του να ταξιδέψουν μαζί ως την Οσάκα.
Άφησε τα πράγματα της στο διπλανό δεξί κάθισμα και βολεύτηκε στο δικό της. Ο Αντόνιο κάθισε αριστερά της κοντά στο παράθυρο. Είχαν κάμποσο μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.
Έφερε στο μυαλό της εικόνες από τη δεξίωση! Πόσο χαρούμενη και ικανοποιημένη ήταν η ξαδέρφη της. Πόσο ανακουφισμένη φαινόταν στην αγκαλιά του Αλέξη. Πόσο δάκρυσε από χαρά όταν εκείνος έσκυψε και της έκανε πρόταση γάμου κάνοντας νόημα στους μουσικούς να παίξουν το αγαπημένο τους τραγούδι! Όλοι μαζί ούρλιαξαν στο άκουσμα της θετικής της απάντησης! Σαμπάνιες άνοιξαν και βρόντηξαν. Ευχές γέμισαν τον αέρα. Γέλια, τραγούδια, πειράγματα. Ζωή! Ανάσες, αναμνήσεις, όνειρα προσδοκίες, έρωτας…
Έκλεισε τα μάτια μπας και κοιμηθεί λίγο μέχρι να φτάσουν. Της φάνηκε σε όνειρο πως κάποιος τη σκουντάει στο χέρι. Άνοιξε τα μάτια της και ένιωσε το βλέμμα του πάνω της! Της χαμογέλασε. Της ζήτησε ευγενικά συγνώμη και όταν του ανταπέδωσε το χαμόγελο εκείνος της έδωσε έναν φάκελο… Σηκώθηκε στην καρέκλα της και κοίταξε στο βαγόνι. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ιαπώνων καθόταν από πίσω. Ροχάλιζαν! Στο τέλος του βαγονιού καθόταν μία νεαρή κοπέλα και διάβαζε ένα βιβλίο. Ξανακάθισε στο κάθισμά της. Άνοιξε το φάκελο. Άλλο ένα ποίημα…
Περιμένοντας
την κατάλληλη στιγμή
ξαφνικά ήρθες
σκόρπισες φως στη ζωή
ψυχή μου, σε αγαπώ!
Δάκρυσε! Ένιωσε την ανάγκη να κλάψει. Δεν κρατήθηκε. Ούτε ήθελε να κρατηθεί. Άρχισε να κλαίει σιωπηλά κρατώντας το ποίημα στο μέρος της καρδιά της. Με μια μαγική κίνηση έβγαλε από το σακάκι του ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο και της το πρόσφερε! Την κοίταξε στα μάτια. Ράγισε η καρδιά του που την είδε να κλαίει. Την πλησίασε ακόμα περισσότερο. Κάθισε δίπλα της και της άπλωσε το χέρι για να ξαπλώσει στον ώμο του. Πόσο την αγαπούσε… Δεν θα την άφηνε ποτά ξανά να κλάψει, ποτέ ξανά να χύσει δάκρυα εκτός… εκτός κι αν ήταν δάκρυα χαράς.
Κούρνιασε πάνω του. Η αγκαλιά του ήταν βάλσαμο. Ήταν η ίδια η ζωή. Βρήκε τη γαλήνη που αποζητούσε σε εκείνη την αγκαλιά. Δεν έφυγε ποτέ από τη γαλήνη της. Ούτε η αγκαλιά έπαψε ποτέ να είναι το απάγκιο λιμάνι της αγάπης τους. Μια αγάπης αληθινής, βαθιάς και ήρεμης. Η ζωή καμιά φορά σου επιστρέφει με το παραπάνω όσα σου χρωστάει… Εκείνη πήρε όσα της χρωστούσε, σε μια μακρινή χώρα, μέσα σε ένα βαγόνι την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος…
Ο Αντόνιο την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα που μπήκε στο γραφείο και στάθηκε δειλά πίσω από την Ντίνα. Ένα υπέροχο πλάσμα, ένας άγγελος στη γη με σπασμένα φτερά. Το βλέμμα της έμεινε καρφωμένο στο δάπεδο και αναγκάστηκε με δυσκολία να το σηκώνει μόνο όταν έφτασε η ώρα για τις συστάσεις. Ένιωσε αμέσως για εκείνη κάτι… Ένα φτερούγισμα στην καρδιά, μια ανάγκη να την προστατεύσει, μια παρόρμηση να την αρπάξει στην αγκαλιά του και να την τραβήξει μακριά από όσα την πόνεσαν. Δεν έκανε τίποτα. Περίμενε! Εδώ και τρία χρόνια περιμένει. Περιμένει να τη δει πιο δυνατή. Για εκείνον ήταν το πιο σημαντικό πλάσμα στον κόσμο. Δεν θα έκανε τίποτα βιαστικά. Η ευτυχία δεν έρχεται από κάτι που κάνει κανείς περιστασιακά. Θέλει υπομονή και επιμονή. Θέλει να κάνεις κάτι με συνέπεια.
Ο Αντόνιο είχε κιόλας κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Έβγαιναν συχνά μαζί και πάντα ήταν διακριτικός απέναντί της. Διακριτικός τόσο όσο έπρεπε. Δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ένα «απαλό» φλερτ. Τόσο απαλό που την έκανε επιτέλους να νιώθει όμορφα. Την έκανε να νιώθει ξανά γυναίκα. Μια ποθητή γυναίκα. Μια γυναίκα που μπορεί να προχωρήσει μπροστά και να διεκδικήσει ξανά μια θέση στη ζωή. Άρχισε πραγματικά να πιστεύει πως η καταιγίδα που είχε έρθει στη ζωή της πέρασε και άφησε πίσω της καθαρά μονοπάτια για να βαδίσει προς τα εμπρός. Της είχε δώσει ένα μάθημα ζωής. Της έμαθε να εκτιμά και να απολαμβάνει μικρά πράγματα και πίστευε πως αυτά ήταν και τα μεγάλα που θα καθόριζαν το αύριο. Στα δύσκολα ή χάνεσαι ή ξαναγεννιέσαι και κείνη διάλεξε να ξαναγεννηθεί! Να ξαναγεννηθεί μαζί του!
«Η υπόσχεση»
«Η υπόσχεση»
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του πίσω από τα ψηλά κτίρια της Ναγκόγια. Ο Μινόρου κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέπτη. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε και έκανε μια γκριμάτσα. Έσκυψε πάλι και συνέχισε με μανία να ξεπλένει τα χέρια του. Το νερό ήταν καυτό αλλά δεν τον ένοιαζε… «Πού να πάρει…» ψιθύρισε. Έβαλε κι άλλο σαπούνι στα χέρια του και συνέχισε…
Η Ναγκόγια είναι μια μεγάλη πόλη. Ίσως και η τέταρτη μεγαλύτερη στην Ιαπωνία. Μια πόλη με περισσότερους από δύο εκατομμύρια κατοίκους και ένα σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Σε μία μεγάλη βιομηχανία δούλευε ο Μινόρου. Η ζωή του ήταν δουλειά σπίτι και σπίτι δουλειά. Ρουτίνα. Ρουτίνα που δεν την άλλαζε με τίποτα! Σχεδόν με τίποτα… Έσπαζε τη ρουτίνα του με κρυφές επισκέψεις στο σπίτι της Νομπούκο…. Η Νομπούκο ήταν μια όμορφη χήρα που τον περίμενε. Τον περίμενε με κλειστά τα φώτα να μπει στο σπίτι της. Εκείνος, πάντα προσεχτικός, έψαχνε το κλειδί κάτω από τη γλάστρα στην πίσω αυλή και άνοιγε τη μικρή ξεχαρβαλωμένη πόρτα.
Ο Μινόρου ένιωθε τυχερός! Είχε συναντήσει τυχαία τη Νομπούκο σε μία αγορά λαχανικών και έπιασαν τη συζήτηση πάνω από τον πάγκο της με τα λιγοστά λαχανικά από τον μικρό μπαξέ της. Κατάλαβε αμέσως τις προθέσεις της από τα μισόλογα της και τον τρόπο που ολοένα περνούσε το χέρι της μέσα στο πουκάμισό της και χάιδευε τη σάρκα της πάνω στο πλούσιο στήθος της. Ήταν τυχερός που ως σαραντάρης έκανε έστω και περιστασιακά σεξ με αυτή τη γυναίκα…
«Σχεδόν ένας στους δέκα ετεροφυλόφιλους σαραντάρηδες, δεν έχει κάνει ακόμη σεξ σε αυτή την ηλικία. Είναι δε, τόσο έντονο ώστε τα ιαπωνικά μίντια έχουν επινοήσει έναν όρο για να το περιγράφουν: Sekkusu shinai shōkōgun, κοινώς «σύνδρομο αγαμίας» το αποκαλούν για να περιγράψουν τους Ιάπωνες ενήλικους που είναι παρθένοι ή έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για σεξουαλική επαφή» διάβασε σε μια εφημερίδα.
Ο Μινόρου δεν είχε φίλους. Προτιμούσε τη μοναξιά. Δεν ήθελε κουβέντες και πάρε δώσε με τους συναδέλφους του. Ένα καλημέρα ήταν αρκετό. Φεύγοντας από τη δουλειά φρόντιζε να περνά απαρατήρητος. Κρατούσε τους ανθρώπους σε απόσταση. Δεν του άρεσε να περνά ή να περπατά σε πολυσύχναστους δρόμους… Δεν του άρεσαν οι φωνές… Δεν έμπλεξε ποτέ σε καβγά. Μισούσε τους καβγάδες. Δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει συγκρούσεις… Απέφευγε τα βέλη του κόσμου… Οι δυνατοί θόρυβοι ήταν ο εφιάλτης του. Πυροδοτούσαν άσχημες μνήμες και άγρια ένστικτα… Έτρεχε τότε να χαθεί στα σοκάκια ανάμεσα σε αγνώστους.
Κρατούσε το βλέμμα πάντα χαμηλά. Απέφευγε τα βλέμματα των γύρω του. Τον έκαιγαν. Τον έκαιγαν στο μυαλό και στην ψυχή. Ήταν όμορφος. Σιχαινόταν τα κομπλιμέντα από τη μικρή του ηλικία. Όμορφος… εξωτερικά. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ψάξει μέσα του. Ήταν άραγε όμορφος και μέσα του; Δεν ένιωσε ποτέ πως είναι κάποιος σπουδαίος. Ποτέ κάποιος δεν του είπε πως είναι σπουδαίος. Δεν ήταν σπουδαίος για το δάσκαλό του, για το αφεντικό του… Δεν ήταν σπουδαίος ούτε για την ίδια του τη μητέρα… Το ήξερε πως δεν ήταν. Απολογούταν για αυτό συχνά στον εαυτό του μπροστά στον καθρέπτη στο χολ του σπιτιού του. Η αναποφασιστικότητά του έκρυβε ίσως ένα βαθύ φόβο μη τυχόν τσαλακωθεί… στα μάτια των άλλων.
Μόνο τη Νομπούκο δε φοβόταν… Ήξερε πως αυτή τους η… σχέση, δε σήμαινε τίποτα και για τους δύο. Η απόρριψη της αγάπης μπορεί να είναι θλιβερή, αλλά για κείνον ήταν αναγκαίο κακό. Έβλεπε την αγάπη ως προσωρινή. Τόσο, όσο κρατούσε η πράξη πάνω στα φθαρμένα αλλά μοσχομυριστά σεντόνια στην παλιά κρεβατοκάμαρα. Φοβόταν να διαχειριστεί την αγάπη… Δεν ήθελε να προσκολλάται σε κανέναν. Της μιλούσε όμως γλυκά. Της υποσχόταν πράγματα… αρνούνταν να πει την αλήθεια από φόβο μήπως την πληγώσει. Μήπως πληγωθεί ο ίδιος. Η ανάγκη για παρακάλια με κάθε κόστος, τον έκανε πολλές φορές σκληρό απέναντί της. Άλλαζε. Γινόταν ξαφνικά κάποιος άλλος. Εκείνη το ήξερε και το επιδίωκε. Τη χτυπούσε… Εκείνη τον παρακαλούσε. Τον ικέτευε! Ένιωθε σπουδαίος! Ήταν τελικά σπουδαίος…
Δε θέλησε ποτέ να ζητήσει κάποιου είδους βοήθεια. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Ήξερε ακριβώς τι έκανε. Ήξερε ακριβώς τι θα έκανε. Φυσικά και ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει… Το κρατούσε κρυφά μέσα του. Κρατούσε το σχέδιό του καλά κρυμμένο μέσα του. Κάθε βράδυ μελετούσε το σχέδιό του με μεγάλη προσοχή. Προγραμμάτιζε την κάθε του κίνηση βήμα προς βήμα. Συχνά άκουγε μια φωνή στο πίσω μέρος του κεφαλιού του να τού λέει ότι δεν είναι αρκετά καλό. Μια φωνή που τον κορόιδευε… Χτυπούσε με τα χέρια του το κεφάλι. Η φωνή δεν έφευγε. Χτυπούσε το κεφάλι τότε πιο δυνατά. Τίποτα! Χειρότερα… Και τότε άκουγε τη φωνή να του ψιθυρίζει σχεδόν τραγουδιστά: «Τρέχω να κρυφτώ! Δεν ξέρω που να πάω. Κλείνω τα μάτια. Μετράω ως το δέκα… Ο μπαμπάς είναι εδώ!»
Έπιανε τότε το κεφάλι με τα χέρια του, το περνούσε μες στα γόνατά του και άρχιζε να κουνιέται μπρος πίσω, μπρος πίσω ώσπου η κούραση τον έριχνε σε έναν βαθύ ύπνο. Μόνο όταν έχουμε χάσει τα πάντα, είμαστε ικανοί να κάνουμε τα πάντα. Ο Μινόρου είχε χάσει τα πάντα πριν πολλά χρόνια. Ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα.
Στη Ναγκόγια, έδρα μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας, το εβδομήντα τις εκατό της κυκλοφορίας γίνεται με το αυτοκίνητο, σε αντίθεση με το τριάντα τις εκατό στην υπόλοιπη Ιαπωνία. Η Ναγκόγια διαθέτει και μετρό με έξι γραμμές. Ο Μινόρου χρησιμοποιούσε το μετρό για να φτάνει στο σταθμό του «Τρένου Σφαίρα». Το πιο γρήγορο τρένο στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου που συνδυάζει ταχύτητα, συνέπεια, άνεση και εξυπηρέτηση. Σινκανσέν, έτσι το λένε. Χρησιμοποιούσε το δρομολόγιο NAGOYA – HIGASHIKAIMON. Το χρησιμοποιούσε πάντα Κυριακή. Πρώτη Κυριακή κάθε μήνα. Μια απόσταση μεγάλη. Με το τρένο την έκανε μόλις σε 6 ώρες και 44 λεπτά. Το κόστος ήταν αρκετό για την τσέπη του… Περίπου διακόσια είκοσι ευρώ για αυτή τη διαδρομή. Τη Δευτέρα δεν πήγαινε φυσικά στη δουλειά. Έμενε στο σπίτι και σχεδίαζε πάνω σε χάρτη τη διαδρομή ξανά και ξανά σημειώνοντας στο χαρτί με κουκκίδες τις αλλαγές στα βαγόνια, τις θέσεις σε κάθε βαγόνι… Κόλλαγε έπειτα αυτοκόλλητα χαρτάκια με παρατηρήσεις κάθε είδους… άλλες με νόημα και άλλες καρικατούρες που μόνο εκείνος καταλάβαινε. Ήταν ο μυστικός του κώδικας. Ένας κώδικας γεμάτος σύμβολα, γράμματα, πόνο, απελπισία…
Έξι ώρες για να φτάσει στο προορισμό του. Να φτάσει στην Καγκοσίμα. Ναι! Με το τρένο έφτανε γρήγορα στο νοτιοδυτικό άκρο της νήσου Κιούσου. Πόλη με το προσωνύμιο «Νάπολη της Ανατολής» εξαιτίας της θέσης της στη καλδέρα Άιρα, το ζεστό κλίμα και το εντυπωσιακό στρωματοηφαίστειο Σακουρατζίμα. Με το τραμ διέσχιζε τις εμπορικές συνοικίες και πάντα επισκεπτόταν ένα συγκεκριμένο εστιατόριο με αρκετές τοπικές σπεσιαλιτέ της κουζίνας της επαρχίας Σατσούμα, όπως το kibi, το tonkatsu (καπνιστό χοιρινό) και το karukan (γλυκό από ρύζι και γιαμ). Το γλυκό ήταν και το αγαπημένο του. Είναι φοβερό πως οι γεύσεις, οι εικόνες, οι μυρουδιές συνδέονται με αναμνήσεις. Κάθε φορά που γευόταν μια κουταλιά από το γλυκό, αισθανόταν το απαλό άγγιγμα της μητέρας του. Αισθανόταν τα δάχτυλά της να χτενίζουν τα μαλλιά του πριν τον αποχαιρετήσει για το σχολείο. Μύριζε την κολόνια της. Μια φθηνή κολόνια που δε θα έπρεπε να την φέρνει στο μυαλό του… Η κολόνια γινόταν βαριά, απαίσια. Η απαίσια μυρουδιά του αλκοόλ. Άκουγε το γέλιο της… Το γέλιο τότε γινόταν μαστίγιο στα αυτιά του, του έσκιζε τη σάρκα και το αίμα λέρωνε τα ρούχα του. Ντρεπόταν τότε να πάει στο σχολείο. Έμενε κλεισμένος για μέρες στην αποθήκη, νηστικός, δίπλα στο μικρό άνοιγμα στον τοίχο και από κει κοίταζε τον ουρανό. Είχε γράψει στον τοίχο, με τα λεπτά του χεράκια, ένα τάνκα να τον συντροφεύει στη μοναξιά του:
Σε μια κρυψώνα
χρόνια περνάνε αργά
ένα προς ένα.
Υπόσχεση ο ήλιος
αθέτησε να δώσει.
Νηστικός από τροφή, νηστικός και από αγάπη. Δεν ένιωσε πόνο στην κηδεία της. Όλοι κοιτούσαν τον μικρό Μινόρου να στέκεται σε μια γωνιά μακριά από το πλήθος και να κοιτά το χορτάρι. Η απόγνωση που ένιωθε εκείνο το παιδί ήταν φυσιολογική. Φυσιολογική, για όσους δεν καταλαβαίνουν την αιτία του κακού. Ο Μινόρου δεν ήξερε και δεν έβλεπε καμιά διέξοδο. Ίσως μια διέξοδος να του έδινε την ώθηση να αγωνιστεί… Μάταια… Δεν έκλαψε στην κηδεία. Δεν έκλαψε ποτέ για τη μητέρα του. Δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να κλάψει για κείνη ακόμα και όταν την έφερνε στη μνήμη του. Ακόμα και όταν έτρωγε αυτό το αναθεματισμένο γλυκό που ενώ τον βασάνιζε εκείνος το αποζητούσε. Ο Μινόρου ήξερε την αιτία του κακού. Μάλιστα ήξερε και την αιτία και το κακό. Αυτά τα δύο τον έφερναν ως εδώ στην Καγκοσίμα. Στην Καγκοσίμα που κάποτε γεννήθηκε… Στην Καγκοσίμα που κάποτε έθαψε τη μητέρα του και μαζί με αυτή έθαψε την ψυχή του.
Πάλεψε. Πάλεψε πολύ στη ζωή του. Πόνεσε πολύ. Μα κατάφερε να ξεφύγει από ‘κει. Δε δέχτηκε ποτέ να μείνει πίσω. Η παρουσία του πατριού του στο δικό τους σπίτι… Εκείνος έμαθε στη μητέρα του να πίνει. Εκείνος την έβριζε και της μιλούσε άσχημα. Της συμπεριφερόταν σαν ένα σκουπίδι. Τη χτυπούσε. Χτυπούσε τη μητέρα του. Χτυπούσε και τον ίδιο. «Μινόρου είσαι πολύ κακό παιδί. Ξέρεις τι κάνω εγώ στα κακά παιδιά;»… Δεν ήθελε να θυμάται τι έκανε εκείνο το… τέρας πάνω του. Είχε πραγματικά κακή συμπεριφορά ο Μινόρου. Ήταν ένα μικρό παιδί που αισθανόταν ότι δεν τον καταλάβαιναν, δεν τον αγαπούσαν. Μάθαινε μόνο. Μάθαινε από αυτά που βίωνε. Μάθαινε μέσα από βρισιές, τιμωρίες και ξύλο τι πάει να πει σωστή συμπεριφορά… Τότε ήταν που άκουγε εκείνο το τραγουδάκι που τον στοίχειωσε σε όλη του τη ζωή… Το άκουγε όταν η μητέρα πήγαινε να πουλήσει το κορμί της σε αγνώστους για ένα μπουκάλι ποτό… Το άκουγε όταν εκείνη κοιμόταν μεθυσμένη και κείνος έτρεχε να κρυφτεί μακριά από τον πατριό του…
Τον είχε αναζητήσει πριν από δύο χρόνια. Ζούσε ακόμη στην ίδια πόλη στο ίδιο σπίτι. Ζούσε ακόμη αυτό το απόβρασμα, αυτό το ρεμάλι. Εξαιτίας του αποδέχθηκε να ζει στη μετριότητα. Εξαιτίας του σταμάτησε να ελπίζει και να ονειρεύεται. Κι όμως… Μετά την απόρριψη, τον πόνο και την απελπισία, αισθάνθηκε να μεγαλώνει μέσα του η θέληση για ζωή και έδωσε μια υπόσχεση… Η υπόσχεση που έδωσε πριν δύο χρόνια στον εαυτό του. Δεν μπορούσε πια να ζει με εφιάλτες… Την υπόσχεση την έδωσε την ώρα που τον είδε αγκαλιά με μια φθηνή πόρνη να πίνει στα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Ένα έντονο αρνητικό συναίσθημα τον κατέβαλε για άλλη μία φορά. Προσπάθησε να το ελέγξει. Τα κατάφερε. Τα κατάφερε προς στιγμήν. Δεν ήξερε και ούτε μπορούσε να φανταστεί πού θα τον οδηγούσε… Το μίσος ελλόχευε, ο πόνος καραδοκούσε και το μυαλό, υποταγμένο στην υπόσχεση, του έδωσε όρκους ικανοποίησης. Υπέφερε. Από παιδί υπέφερε… ζητούσε βοήθεια χωρίς να μιλά. Φώναζε χωρίς να μπορεί να τον ακούσει κανένας.
Έγινε η σκιά του πατριού του. Παρακολούθησε τις κινήσεις του. Έμαθε τα στέκια του. Επέστρεψε στον τόπο του μία φορά για να τον βρει. Ξαναπήγε αρκετές φορές για να μάθει και να ακολουθήσει τα βήματά του. Πήγαινε την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα. Τη Δευτέρα πήγαινε στο σταθμό του τρένου και διάλεγε να καθίσει στο ίδιο βαγόνι με εκείνον. Στο ίδιο βαγόνι κάποιες θέσεις πιο πίσω παρατηρώντας τα πάντα γύρω του. Άρχισε να κρατά σημειώσεις. Του είχε γίνει εμμονή η διαδρομή αυτή. Ήξερε ακριβώς τις ώρες επιβίβασης και όλα τα δρομολόγια. Είχε μάθει να αναγνωρίζει ως σημάδια τα σπίτια και τα δέντρα πριν τη στάση που κατέβαινε. Κατέβαινε και αυτός μαζί του. Έμαθε πού δουλεύει. Ξανάμπαινε έπειτα στο επόμενο τρένο και επέστρεφε στο μικρό του διαμέρισμα. Ως το βράδυ, σχεδίαζε. Σχεδίαζε, υπολόγιζε, περίμενε… Τότε ήταν που ερχόταν μαζί με την κούραση η… φωνή. Η φωνή που τον κορόιδευε, τον ταπείνωνε. Η φωνή που του τραγουδούσε το… Όχι! Δεν άντεχε το μαρτύριο της φωνής… Όχι! Δεν τo άντεχε! Έκλεινε για άλλη μια φορά τα αυτιά του με τα χέρια του. Μάταια… Η φωνή τον έβρισκε… Δεν ήξερε πώς να της κρυφτεί.
Πάντα τον έβρισκε η φωνή. Έκλεινε και τα μάτια. Έφτιαχνε το δικό του φανταστικό σκοτάδι. Μες στο σκοτάδι του εκλιπαρούσε σιωπηλά την τύχη του να τον βοηθήσει μα και αυτή τον είχε απαρνηθεί… Η φωνή τον έβρισκε πάντα. Στην αρχή τον καλόπιανε, τον σαγήνευε σαν Σειρήνα. Αυτό το αρπαχτικό πουλί τον έβρισκε και τον άρπαζε. Τα νύχια του τού κατασπάραζαν τη σάρκα, ενώ ταυτόχρονα του έκλεβαν τη ζωή από μέσα του. Όσο εκείνος φώναζε από τον πόνο, τόσο αυτό ικανοποιούσε τις ορέξεις του πάνω στο παιδικό κορμάκι του.
Ξημέρωσε Κυριακή. Πρώτη Κυριακή του μήνα. Τακτοποίησε το πουκάμισό του μέσα στο παντελόνι του. Χτένισε τα μαλλιά του και φόρεσε την καμπαρντίνα του. Έλεγξε για άλλη μια φορά την εσωτερική τσέπη της. Το εισιτήριο ήταν εκεί. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κατέβηκε τη σκάλα προς την έξοδο. Δεν άργησε να φτάσει στο μετρό και να κατεβεί στην πλατφόρμα από όπου περνούσε το μετρό με κατεύθυνση το σταθμό των τρένων. Είχε φτάσει μισή ώρα νωρίτερα και στήθηκε στην ουρά για να τσεκάρει ηλεκτρονικά το εισιτήριό του. Η μπάρα άνοιξε και σύντομα βρέθηκε να κάθεται σε μία από τις αναπαυτικές θέσεις του τρένου. Ο χρόνος πέρασε σύντομα. Κατέβηκε στον προορισμό του. Στο ξενοδοχείο τον χαιρέτησε εγκάρδια ο άντρας στη ρεσεψιόν και μη περιμένοντας ανταπόδοση έτεινε το χέρι του προς το μέρος του κρατώντας το κλειδί του δωματίου του. Διάλεγε πάντα το ίδιο δωμάτιο. Ζητούσε πάντα τον ίδιο αριθμό… Δεν του άρεσαν οι αλλαγές…
Πέρασε τη μέρα του βγαίνοντας ελάχιστα από το δωμάτιό του. Κρατούσε συνεχώς το σημειωματάριο στα χέρια του και ανοιγόκλεινε κάθε τόσο το διπλωμένο χάρτη που είχε αφήσει δίπλα του πάνω στο κρεβάτι. Παρακαλούσε να μην έρθει το βράδυ… Φοβόταν… Κάθισε ξάγρυπνος. Η φωνή δεν κατάφερε να τον αγγίξει… Ξημέρωσε. Μάζεψε τα πράγματά του και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Πλήρωσε με μετρητά και έφυγε. Κατευθύνθηκε προς το σταθμό. Φτάνοντας, κάθισε σε ένα παγκάκι και περίμενε το τρένο. Ξαφνικά τον είδε. Ντυμένος με φθαρμένα και τσαλακωμένα ρούχα περίμενε και εκείνος το τρένο. Το τρένο έφτασε και η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν και οι δύο στο ίδιο βαγόνι αλλά από διαφορετικές πόρτες. Ο Μινόρου διάλεξε να καθίσει δύο θέσεις πίσω από εκείνον. Στο βαγόνι δεν υπήρχε πολύ κόσμος. Σε μια θέση μπροστά τους καθόταν μια νεαρή κοπέλα που φορούσε τα ακουστικά της και έπαιζε με το κινητό της. Πίσω τους καθόταν ένας καλοντυμένος κύριος και απέναντι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι.
Η καρδιά του Μινόρου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ένιωσε την πίεση στις φλέβες του και ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο μέτωπό του. Η ζωή του άρχισε να περνά μέσα από τα μάτια του τόσο γρήγορα σαν να συναγωνιζόταν την ταχύτητα του τρένου… Ένιωσε παράξενα. Ένιωσε δυνατός. Η απελπισία του έδωσε φτερά και ο πόνος τον έκανε να αισθάνεται σπουδαίος. Η υπόσχεση τού άρπαξε το χέρι. Έβαλε στην παλάμη του τη λύτρωση. Τη λύτρωση και την ελπίδα. Την ελπίδα να ελευθερωθεί από τους εφιάλτες του. Τους εφιάλτες του και τη… φωνή.
Ουρλιαχτά ακούστηκαν στο βαγόνι. Οι επιβάτες έτρεξαν αλαφιασμένοι να βγουν από το βαγόνι, να βρεθούν σε κάποιο διπλανό. Το τρένο φρενάρισε απότομα και σε λίγο οι πόρτες άνοιξαν. Οι αστυνομικοί όρμησαν μέσα στο βαγόνι. Ένας αστυνομικός βρήκε ένα πτώμα κατακρεουργημένο από απανωτές μαχαιριές. Ένας άλλος στεκόταν και παρατηρούσε έναν όμορφο κύριο, βουτηγμένο στο αίμα και καθισμένο με τα πόδια γονατιστά πάνω στην καρέκλα να κουνιέται μπρος-πίσω, μπρος-πίσω και να τραγουδά:
«Τρέχω να κρυφτώ!
Δεν ξέρω πού να πάω.
Κλείνω τα μάτια.
Μετράω ως το δέκα…
Ο δράκος είναι εδώ!»
ΤΕΛΟΣ
“Έχει χρώμα ο… έρωτας;”
Καλωσορίζουμε απόψε στη Λόγω Γραφής μία νέα συνεργάτιδα, την Γεωργία Κοκκινάκη. Είναι ιδιαίτερη η χαρά μου που θα φιλοξενήσουμε σε πρώτη δημοσίευση τη νουβέλα «Έχει χρώμα ο… έρωτας;», αφενός γιατί δίνουμε για ακόμα μία φορά «στέγη» σε μία νέα λογοτέχνιδα και αφετέρου γιατί με τη Γεωργία μας συνδέουν κοινοί τόποι και άνθρωποι, μνήμες αγαπημένες ανεξίτηλες, μιας και υπήρξαμε συμμαθήτριες μα και γειτονόπουλα στα παιδικά μας χρόνια.
Της εύχομαι μέσα από την καρδιά μου καλοτάξιδο αυτό της το έργο και την ευχαριστώ με ιδιαίτερη συγκίνηση που στα δικά μου χέρια το εμπιστεύτηκε για να το «περπατήσω» στους αναγνώστες.
Κατερίνα Ευαγγέλου Κίσσα
Μέρος 1ο
Μέρος 1ο
Το απομεσήμερο καθόταν συνήθως κάτω από την μεγάλη ελιά με ένα ποτήρι καφέ στα χέρια της. Στο πλακόστρωτο έξω από την πόρτα του σπιτιού της είχε στήσει ένα τραπεζάκι καφενείου και δύο παλιές καρέκλες στο χρώμα του γαλάζιου. Το τραπεζάκι το είχε διακοσμήσει η ίδια. Μικρά κομμάτια από σπασμένα πλακάκια συνέθεταν ένα όμορφο μοτίβο στις αποχρώσεις του μπλε, του πράσινου και του κίτρινου. Ευθεία μπρος της αχνοφαίνονταν η θάλασσα.
Πριν από ένα χρόνο σχεδόν ήταν που την ειδοποίησε ο δικηγόρος να πάει στο γραφείο του για να μιλήσουν για κάτι σημαντικό. Η μέρα στο Λονδίνο ήταν για άλλη μία φορά βροχερή. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι νερό. Βράχηκε ως το κόκκαλο και αναθεμάτισε την ώρα που επέλεξε να φορέσει το στενό της ταγέρ και τις ψηλοτάκουνες γόβες. Ο δικηγόρος την καλωσόρισε στην είσοδο και πέρασαν μαζί στο γραφείο του. Άνοιξε ένα μεγάλο φάκελο και αφού ξερόβηξε, μάλλον για να καθαρίσει το λαιμό του, άρχισε να διαβάζει….
«…. Έτσι, μην έχοντας τέκνα και από το δεύτερο γάμο μου, εγώ, η Μελπωμένη Συρίγου του Ευάγγελου, αφήνω στην πολυαγαπημένη κόρη της μακαρίτισσας της αδερφής μου Ιουλίας Συρίγου του Ευάγγελου, το σπίτι μου στο νησί στην Άνω Χώρα καθώς και το περιβόλι με της ελιές στην κάτω παραλία στην περιοχή Μεσσαρά. Της αφήνω επίσης το ποσό…»
Το μυαλό της κιόλας ταξίδευε στο παρελθόν. Περνούσε τα καλοκαίρια της στο νησί όταν ήταν μικρή. Θυμόταν την θεία της, την αγαπημένη της θεία να της χαμογελά κάθε πρωί. Της είχε σταθεί καλύτερα και από μητέρα. Οι δικοί της είχαν μεταναστεύσει από καιρό στο Λονδίνο. Εκεί ο πατέρας της κατάφερε να βρει δουλειά σε ένα εστιατόριο σαν μάγειρας. Αργότερα πήρε και τη μητέρα εκεί, στη λάντζα, και εκείνη από τα δέκα είχε μάθει να μένει μόνης της στο σπίτι. Έμαθε να είναι υπεύθυνη! Διάβαζε. Κλείδωνε καλά τις πόρτες και διάβαζε. Τακτοποιούσε το σπίτι και σιγά σιγά άρχισε να μαγειρεύει κιόλας. «Έκλεβε» από αυτά που έφτιαχνε η θεία τα καλοκαίρια στην κουζίνα της στο νησί και τα σημείωνε σε ένα μικρό σημειωματάριο. Υλικά, εκτέλεση και εικόνα! Εικόνα που ζωγράφιζε με τα μικρά της χεράκια και που δεν παρέπεμπε απαραίτητα στη συνταγή.
Της άρεσε πολύ να ζωγραφίζει. Η ζωγραφική ήταν η απόδρασή της. Ήταν ένα ατελείωτο ταξίδι έξω από την πόρτα του σπιτιού της μακριά από την ομίχλη και την καταχνιά του Λονδίνου. Ένα ταξίδι με τα φτερά ενός γλάρου πάνω από θάλασσες. Μία βαρκάδα με ένα χαμογελαστό ψαρά κοντά σε μία χρυσή αμμουδιά. Ένα αχνιστό πήλινο σκεύος που βγαίνει από τον καυτό πετρόχτιστο φούρνο και σου ζεσταίνει ως και την ψυχή.
Τι θα ήμασταν χωρίς τις αναμνήσεις; Άδειοι, κενοί… Ζούσε με τις μυρωδιές, τους ήχους και όλα όσα ζούσε τα καλοκαίρια στο νησί. Έμπαινε μόνη στο αεροπλάνο, ασυνόδευτη και μόλις άνοιγε η πόρτα και της χτυπούσε το πρόσωπο το καυτό αεράκι, ανάσαινε βαθιά σαν να ήθελε να κερδίσει το χαμένο χρόνο και να ξορκίσει τον χειμώνα.
Ο χρόνος περνάει όπως ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρά μας… Οι προσπάθειές της στέφτηκαν με ένα πτυχίο και μάλιστα είχε την τιμή να βγάλει λόγο ως αριστούχα του έτους, στο Πανεπιστήμιο. Οι γονείς της την καμάρωσαν από τις πρώτες θέσεις του αμφιθεάτρου και έπειτα τη γέμισαν φιλιά και λουλούδια! Στο εστιατόριο που δούλευαν στήθηκε ένα παραδοσιακό ελληνικό γλέντι όπου έφαγαν και χόρεψαν ως το πρωί.
Η ζωή επιφυλάσσει όμως εκπλήξεις… Μετά το γέλιο… ο θρήνος. Τα νέα τα έμαθε από την τηλεόραση. Άλλη μία βομβιστική ενέργεια στο κέντρο της πόλης, δίπλα στο μετρό. Δεκαπέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν και εννιά χαροπάλευαν στα νοσοκομεία της πόλης. Μεταξύ των δεκαπέντε… ο πατέρας και η μητέρα. Μαζί στη ζωή, μαζί στη βιοπάλη, μαζί και στο θάνατο. Βούλιαξε. Χώθηκε μέσα σε ένα κατάμαυρο πέπλο. Πέρασε στην αδράνεια. Χάθηκε μέσα στα όνειρά της και τα ταξίδια με το νου. Αυτή την φορά τα όνειρα ήταν εφιάλτες και τα ταξίδια αβάσταχτα, γεμάτα πόνο και θλίψη. Μετά ήρθε ο θυμός. Ένας θυμός σαν τα κύματα που σκάνε ανελέητα στα βράχια. Ένας άγριος θυμός, σαν την φουρτούνα που τσαλακώνει τη θάλασσα και πετάει σαν καρυδότσουφλα τα καράβια στις ξέρες. Αυτός ήταν που την έβγαλε από την αδράνεια. Την πείσμωσε! Σαν φάρος της φώτισε ένα νέο δρόμο. Ο δρόμος της Αρετής είναι δύσβατος, μα εκείνη θα τον διάβαινε με ψηλά τον κεφάλι. Ήταν το χρέος της! Το χρέος προς τους γονείς της. Θα πάλευε, όπως πάλεψαν και εκείνοι στη ζωή τους. Αυτή ήταν η κληρονομιά που της άφησαν. Η θέληση και η δύναμη. Η αυτοπεποίθηση και η αυτοδυναμία.
Οι πίνακες που ζωγράφισε μετά το χαμό ήταν… άγρια θλιβεροί. Μαύροι ουρανοί με κατακόκκινα σκούρα σύννεφα σε έναν κόσμο ταραγμένο. Μία φύση που λες και εκδικούνταν ότι ζωντανό υπήρχε πάνω της. Οι θάλασσα καταβρόχθιζε τις βάρκες και ο θρήνος των ανθρώπων σου έσκιζε την ψυχή. Μα να που ήρθε η νηνεμία. Η νηνεμία στην ψυχή και στη ζωγραφική της. Η φύση γαλήνεψε και έβαλε στην αγκαλιά της όλα τα πλάσματα. Η ζωή είναι σαν τη θάλασσα. Εύκολα σε παρασύρει και σαν Σειρήνα σε τραβάει με το τραγούδι της κοντά της. Όμως πρέπει να προσέχουμε το τραγούδι της Σειρήνας… Αν μας παρασύρει, δε θα μπορέσουμε να γυρίσουμε στην πραγματικότητα… Μη μας παρασύρει… Οι ρουφήχτρες της θάλασσας ρουφούν τα καράβια, ρουφούν τις ελπίδες, ρουφούν τα όνειρά μας πριν τα κάνουμε πραγματικότητα. Εκεί μας οδηγούν οι Σειρήνες.
Η δουλειά της στην εταιρεία της πρόσθεσε -εκτός από ένα μεγάλο ποσό στην τράπεζα- αναγνωρισημότητα. Οι επιτυχίες της την έκαναν γνωστή στο χώρο των μέσω μαζικής επικοινωνίας και του μάρκετινγκ. Οι ανταγωνιστές «σφάζονταν στην ποδιά της» και οι προτάσεις έπεφταν η μία μετά την άλλη. Δεν την άγγιζαν οι προτάσεις αυτές. Έκανε όσο πιο καλά μπορούσε αυτό που ήξερε και βιαζόταν κάθε μέρα να βρεθεί σε έναν άλλο, παράλληλο κόσμο, τον δικό της. Έναν κόσμο ανάμεσα στα πινέλα της, τα καβαλέτα της… Τα χρώματα πάντα συνόδευαν τη ζωή της. Τα παγίδευε λες στο μυαλό της και έκρυβε στο κλουβί της μνήμης της και τα έβγαζε ένα ένα σαν πολύτιμο θησαυρό, σαν βάλσαμο.
Επούλωνε τις πληγές της με το βάμμα του κόκκινου, βούταγε το πινέλο σε τολμηρά χρώματα και γέμιζε τους ουρανούς της τη μέρα ώσπου τα ντροπαλά και δειλά χρώματα να έρθουν τη στιγμή που ο ήλιος αποχαιρετά τον κόσμο της για να ζεστάνει κάποιον άλλο. Τα φύλλα της ελιάς έσμιγαν ερωτικά και με σύννεφα και το αεράκι απαλά τα έσπρωχνε σε έναν τρυφερό χορό. Οι καρποί του έρωτά τους γέμισαν πήλινα δοχεία που συναγωνίζονταν εκείνους του θεού Διόνυσου. Πουλιά σκορπούσαν τις ρώγες που μεταμορφώνονταν σε βελούδινα ροδοπέταλα πάνω στα μάγουλα νεαρών κοριτσιών. Η αποθέωση της ελληνικής φύσης, της μυθολογίας, της παράδοσης. Σε ένα πάντρεμα μοναδικό που ξαφνικά έφυγε από τα όρια του σπιτιού της. Έγινε όνειρο ζωής η πρώτη της έκθεση. Οι πίνακές της έπρεπε να βρουν τον προορισμό τους. Τους όφειλε μια έκθεση μα όχι μακριά από τον τόπο τους. Έναν μοναδικό τόπο ευλογημένο από έναν ήλιο ολόλαμπρο, βαπτισμένο από μία θάλασσα αγαπημένη και στολισμένη με μικρά και πολλά πετράδια. Ένα από αυτά και το νησί της. Η πατρίδα της, το νησί της. Το Λονδίνο ήταν ένας σταθμός της ζωή της. Κανένας δεν έκανε σπίτι του ένα σταθμό! Όλοι οι άνθρωποι ήταν περαστικοί από εκεί με έναν και μόνο σκοπό. Την αναχώρησή τους! Την αναχώρησή τους προς μέρη όπου οι μοίρα τους καλεί χωρίς να τους ρωτήσει ή σε μέρη αγαπημένα. Η μοίρα τής χρώσταγε το δεύτερο. Το πρώτο ήταν σίγουρη πως το είχε εκπληρώσει με το παραπάνω αφού θυσίασε ότι πολυτιμότερο είχε. Τους γονείς της… και μαζί την παιδική αθωότητά της.
Έριξε μια τούφα από τα μαλλιά της στην πλάτη. Καστανά μαλλιά, σκούρα πράσινα μάτια. Την ενοχλούσε αυτή η τούφα στο πρόσωπο. Μια ατίθαση τούφα, που όμως μπήκε στην θέση της. Όπως πέταξε την τούφα στην πλάτη της έτσι πέταξε σε μια βδομάδα τη ζωή της στην εταιρεία. Η αναγγελία του θανάτου της θείας της, ήταν εκείνο που έβαλε μια τελεία στο δρόμο της μοίρας και της έδωσε το εισιτήριο για τον πραγματικό προορισμό της. Τόσο οι οικονομίες της όσο και το ποσό που της άφησε η αγαπημένη της θείας ήταν ικανοποιητικό για να ζήσει μια άνετη ζωή τα επόμενα… δέκα χρόνια; Ίσως! Κάτι θα έβρισκε να κάνει στην πατρίδα. Ναι! Στην πατρίδα! Θα πήγαινε στο νησί της. Εκεί θα έβρισκε καταφύγιο εκείνη, η ψυχή της, τα όνειρά της και οι πίνακές της.
*
Ο ζεστός αέρας δεν σταμάτησε να παίζει με τις τούφες των μαλλιών της στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Ένα ιδιαίτερο καλωσόρισμα που γρήγορα της έφεραν ευθυμία. Με ευθυμία προσπέρασε όλη τη γραφειοκρατία ώστε να κάνει την αποδοχή της κληρονομιάς. Όλα έγιναν πιο φωτεινά όταν κράτησε στο χέρι της το αγαπημένο της κλειδί. Το κλειδί του σπιτιού στο νησί. Το κλειδί της καρδιά της.
Ένα σπίτι, όταν λείπει το αφεντικό του, ρημάζει! Η καλονοικοκυρά είχε φύγει αφήνοντας παντού την αγάπη της για το σπίτι της. Την έβλεπες στα χειροποίητα σεμεδάκια, στα καλοπλεγμένα χαλάκια, στα κεντήματα στους τοίχους… Την θαύμαζες στη λάτρα του σπιτιού, στα τακτοποιημένα με φροντίδα κουζινικά σκεύη. Τόσα πολλά, το ένα πάνω στο άλλο σε μια θαυμάσια ισορροπία μεγεθών και σχημάτων. Το σπίτι αυτό δεν είχε ρημάξει. Μονάχα περίμενε! Περίμενε κάποιον άλλον, γνωστό από παλιά, να το αγαπήσει από την αρχή.
Μέρος 2ο
Μέρος 2ο
Δεν πείραξε τίποτα! Το φρόντισε μόνο με στοργή. Το αέρισε, το έβαψε και φύτεψε λουλούδια στους βαμμένους τενεκέδες στο πλακόστρωτο έξω από την πόρτα. Ένα πλακόστρωτο που προστάτευε με τη σκιά του μια μεγάλη γέρικη ελιά. Ένα πλακόστρωτο που ενωνόταν με εκείνο του δρόμου που κατηφόριζε προς την πλατεία και από κει έτρεχε να συναντήσει την παραλία για να αγναντέψει τη θάλασσα. Στο πίσω μέρος του σπιτιού η κληματαριά απλωνόταν ως τα μισά της αυλής. Εκεί, μετά τα μισά, είχαν τη θέση τους οι λεμονιές. Οι λεμονιές που της χάριζαν την αγαπημένη της λεμονάδα! Η θεία Μελπωμένη είχε πάντα ένα γυάλινο μπουκάλι σιρόπι από λεμόνια. Με λίγα παγάκια και νερό έφτιαχνε το νέκταρ του καλοκαιριού. Μάστορες στο σπίτι δεν φώναξε. Ήθελε να τα κάνει όλα μόνη της. Να γεμίσει τις μέρες και τα βράδια της με τη φροντίδα του. Από τα χαράματα σηκωνόταν να μαγειρέψει με τη δροσιά. Έπειτα στρωνόταν στη δουλειά. Το μεσημέρι, μετά το γεύμα, έφτιαχνε ένα ποτήρι καφέ και καθόταν στο τραπεζάκι στο πλακόστρωτο, να αδειάσει από την κούραση και τις σκέψεις.
Έτσι έκανε και σήμερα. Τακτοποίησε τα πιάτα στην ξύλινη πιατοθήκη, έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε. Το σπίτι ήταν σχεδόν έτοιμο. Μονάχα την αποθήκη δεν είχε τακτοποιήσει ακόμα, γι’ αυτό και οι πίνακες περίμεναν με ανυπομονησία σε μια νοικιασμένη αποθήκη στην Αθήνα. Σήμερα πήρε μαζί της, εκτός από τον καφέ, ένα μπλοκ με κενές σελίδες και ένα μολύβι. Άπλωσε τα πόδια της στην καρέκλα που τράβηξε απέναντί της. Ήπιε λίγο από τον καφέ της και άφησε το βλέμμα της ελεύθερο να ρουφήξει λίγο από το τοπίο. Σχεδίασε το σοκάκι. Ένα σοκάκι με άσπρα φρεσκοβαμμένα λέπια που κατηφόριζε. Στην άκρη του σχημάτισε το σπίτι της γειτόνισσας με το πέτρινο πεζούλι στο κατώφλι της πόρτας. Πάνω στο πεζούλι καθόταν νωχελικά μια πορτοκαλί γάτα παραδομένη στη ζεστασιά του ήλιου. Την ζωγράφισε κι εκείνη. Από το βάθος του δρόμου φάνηκε κάποιος να έρχεται. Αποθανάτισε στο χαρτί τη σιλουέτα με το μολύβι προσθέτοντας τη σκιά του πάνω στο σοκάκι.
Σιγά σιγά η σιλουέτα πήρε τη μορφή του θεού Απόλλωνα… χωρίς να το καταλάβει και η ίδια. Απόλλωνας. Ένα ακόμη παιδί του άτακτου Δία. Ο ίδιος και η δίδυμη αδελφή του η Άρτεμις, γεννήθηκαν κάτω από τις απειλές της θεάς Ήρας που ποτέ δεν συγχώρεσε τη μητέρα τους, τη νύμφη Λητώ, την οποία και ανάγκασε σε εξορία. Έτσι ο Απόλλωνας δεν μεγάλωσε στον Όλυμπο, αλλά περιπλανιόταν. Ήταν πολύ καλός μουσικός και άριστος τοξότης, τόσο ήπιος αλλά και τόσο σκληρός. Ήταν πολύ όμορφος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γνωρίσει την απογοήτευση στην αγάπη… Περιπλανώμενος της αγάπης. Ήπιος μα και σκληρός. Ο θεός του φωτός και… δημιουργός της σκιάς. Της δικιά της σκιάς πάνω στο χαρτί.
Είναι περίεργο πώς μια σκιά μπορεί να δώσει τέτοιο σκίρτημα στην ψυχή, κάτι που τόσο καιρό δεν έκανε το φως. Κι όμως! Μέσα από τη σκιά πετάχτηκε μια σπίθα καθώς τα βλέμματα συναντήθηκαν. Η σκιά χάθηκε και άφησε τη σπίθα να ζεσταίνει και να φωτίζει πίσω της. Η σπίθα άλλαξε πεποιθήσεις, χάραξε νέα μονοπάτια στην ψυχή που ανασκίρτησε, έδωσε πνοή στην ελπίδα και τα όνειρα άλλαξαν μορφή. Έγιναν τολμηρά, βασανιστικά όμορφα που, αν και πονάνε, τα αποζητάς. Έγιναν εθιστικά…
Το μυαλό λες και υποτάχτηκε στη σπίθα και έμεινε να στέκει στο πλακόστρωτο, κάτω από την ελιά, αναζητώντας εξηγήσεις για αυτό που έγινε. Οι ώρες φαινόταν ατελείωτες. Ο Απόλλωνας για μέρες δεν έκανε την εμφάνισή του. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την αποθήκη. Θα μπορούσε έτσι για λίγο να ξεχαστεί… Αφοσιώθηκε στα πράγματα που την πλημμύριζαν. Μαζί την πλημμύριζαν και οι αναμνήσεις. Κάδρα! Κάδρα με εικόνες αγαπημένων προσώπων που σου μιλούσαν, σου γελούσαν, σε νανούριζαν… Τώρα σιωπή. Σιωπή και σκόνη. Στο ξύλινο μπαούλο βρήκε τα παιχνίδια της. Πήρε στην αγκαλιά της την κούκλα της με το πλεγμένο φουστανάκι και το καπελάκι. Την έφερε στο μέρος της καρδιάς και έκλεισε τα μάτια για να φέρει ξανά κοντά της τις όμορφες στιγμές που πέρασε μαζί της. Εκεί ήταν και τα κουζινικά της, το σχοινάκι, η μπάλα…
Κομμάτια της ζωής σου δεν μπορείς να πετάξεις. Μένουν θαρρείς καρφωμένα παντού μέσα σου! Με αυτά έμαθες να ζεις. Αν τα βγάλεις, θα ανοίξουν οι πληγές και ίσως χαθείς στον πόνο τους. Τα κράτησε όλα από την αποθήκη. Σχεδόν όλα. Μόνο όσα είχαν χαλάσει από την υγρασία, τα έβαλε σε ένα μεγάλο υφασμάτινο τσουβάλι και με ένα τελετουργικό αποχωρισμού τα εναπόθεσε στον κάδο του κάτω μαχαλά, πριν αλλάξει γνώμη και τα κρατήσει…
Αποφάσισε να κάνει το πρώτο βήμα προς τον κόσμο του νησιού που τόσο αγαπούσε. Πήγε στο σπίτι της φίλης της, που από μικρές μοιράζονταν τα πάντα. Η ώρα του χωρισμού πλήγωνε πάντα και τις δύο. Η απόσταση όμως δεν της χώρισε ποτέ. Χωρίς να ανταλλάζουν επιστολές, με το πρώτο βλέμμα λες και ήξερε η μία για την άλλη τα πάντα! Όταν χτύπησε την πόρτα και την αντίκρισε, οι κραυγές της ακούστηκαν σε όλη τη Χώρα. Κραυγές χαρμόσυνης καμπάνας, που δεν ανησυχούν στο άκουσμά τους αλλά μοιράζουν χαρά, προειδοποιώντας για κάποιο ευχάριστο γεγονός.
Η Άννα ήταν η κολλητή της. Ένα σεμνό, ήσυχο κορίτσι που μεταμορφωνόταν μόλις έμπαιναν στη θάλασσα. Γινόταν θεριό που σήκωνε κύματα και τα παιχνίδια μαζί της σε έκαναν να ξεφεύγεις. Να χάνεις το χρόνο και το χώρο. Απόλαυση. Καθόταν μαζί με τις ώρες το απόγευμα σε ένα αυτοσχέδιο πέτρινο σκαλοπάτι έχοντας για αργαλειό μια κεραμίδα. Έφτιαχναν χαλάκια για το κουκλόσπιτό τους, χαλάκια για τα γατάκια της γειτονιάς. Έτρεχαν στα σοκάκια μαζί με τα άλλα παιδιά και έπαιζαν μήλα στην πλατεία. Πόσα γέλια! Πόσες ανέμελες στιγμές. Μαζί στις πρώτες σκανδαλιές, μαζί στις πρώτες βόλτες στην πλατεία, μαζί στα πρώτα φλερτ των αγοριών… Και πάλι μαζί! Πόσο τυχερή ένιωθε που τη βρήκε και πάλι. Δεν είχε νέα της και φοβόταν μήπως είχε επιλέξει να φύγει από το νησί. Μήπως έψαξε την τύχη της στην πρωτεύουσα.
Όλο το βράδυ έμειναν μαζί συζητώντας όπως αυτές ήξεραν και τα έλεγαν, χρόνια τώρα. Η μητέρα της Άννας, με δάκρυα στα μάτια, τους ετοίμασε ένα σωρό καλούδια, που τα μετέφερε με ένα μεγάλο δίσκο, αφήνοντάς τον πάνω στο κομοδίνο και κλείνοντας πίσω απαλά την πόρτα, σκουπίζοντας το πρόσωπό της με την άκρη από την ποδιά της. Έλεγαν κι έλεγαν… κάπου κάπου γελούσαν ή δάκρυζαν. Η κάθε μία είχε πάρει το δρόμο της. Η Άννα διάλεξε να μείνει στο νησί μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες να περάσει σε κάποια σχολή. Η αλήθεια ήταν πως ήθελε να φύγει μα δεν βρήκε το κουράγιο να το κάνει. Έμεινε και στη ζωή της εμφανίστηκε ο Γιάννης.
Ο Γιάννης ήταν ένας καλόκαρδος και ευγενικός νέος, που τη γνώρισε στο νησί ένα καλοκαίρι. Είχε έρθει για διακοπές με τους φίλους του. Ήρθε και κόλλησε. Κόλλησε για τα καλά όταν την πρωτοείδε να κατεβαίνει το σοκάκι, με το διάφανο παρεό και τη λουλουδάτη τσάντα της. Τα κάλλη της «ξεχείλιζαν», έλεγε ο ίδιος και την κοιτούσε με λατρεία. Ο αρραβώνας έγινε τα Χριστούγεννα. Οι γονείς του Γιάννη κατέβηκαν στο νησί και έμειναν σε ένα ξενοδοχείο, παρά της αντιρρήσεις των… συμπεθέρων. Ο αρραβώνας έγινε όπως έπρεπε. Ο πάτερ Ευγένιος ευλόγησε τις βέρες και οι συγγενείς κρέμασαν λίρες ή τους δώρισαν κοσμήματα. Έγινε και γλέντι. Ένα παραδοσιακό νησιώτικο γλέντι, όπου ήταν καλεσμένος όλος ο πάνω μαχαλάς. Το ζευγάρι δε σταμάτησε να χορεύει. Να χορεύει, να αγκαλιάζεται, να ανταλλάσσει λόγια αγάπης… Η ατμόσφαιρα γέμισε από τον έρωτά τους και η όποια γκρίνια ή επιφύλαξη υπήρχε για αυτό το ταίριασμα, έσβησε μονομιάς. Έφυγαν όλοι από το γλέντι με μια παράξενη ευθυμία, μία αισιοδοξία και μία απρόσμενη χαρά.
Ο γάμος τους θα γινόταν σύντομα. Ο Γιάννης είχε υποχρεώσεις στην Αθήνα αυτό τον καιρό και έτσι τα δύο κορίτσια είχαν χρόνο να βρίσκονται . Μαζί στο σπίτι και στις βόλτες μαζί και στη θάλασσα. Στην παραλία συναντούσαν και την υπόλοιπη παρέα και τότε η μέρα περνούσε ξένοιαστα και ευχάριστα.
Είχαν αποφασίσει να βγούνε το βράδυ όλες μαζί. Η Άννα πάνω στο κρεβάτι της είχε απλώσει ένα σωρό καλλυντικά: μάσκαρα, ρουζ σε πολλές αποχρώσεις, σκιές ματιών, μολύβια… και τι δεν άπλωσε.
-Τι τα θέλεις όλα αυτά βρε Άννα;
-Λοιπόν φιλενάδα σήμερα θα σε κάνω μία κούκλα! Όχι πως δεν είσαι… Γι’ αυτό θα συμπληρώσω… θα σε κάνω δύο κούκλες! Γέλασαν με την ψυχή τους.
Το αποτέλεσμα τη δικαίωσε. Εκείνο το βράδυ τράβηξαν πολλά αντρικά βλέμματα πάνω τους. Η Άννα φαινόταν να το διασκεδάζει. Η Μυρτώ αντίθετα ένιωσε πολλές φορές άβολα. Κούρνιασε στη θέση της στη γωνία του τραπεζιού, πήρε το ποτό στα χέρια της και λούφαξε. Σήκωσε την πλάτη της αργά το βράδυ, όταν η πλατεία άρχισε να αδειάζει. Βρήκε τότε και τη διάθεσή της. Άρχισε το πραγματικό γλέντι. Ανοίχτηκε, διασκέδασε, ξέσκασε!
Μέρος 3ο
Μέρος 3ο
Το ποτό έκανε το κεφάλι της βαρύ. Έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε στο πλακόστρωτο. Είχε πάρει κιόλας ένα παυσίπονο και τα μάτια της μετά βίας μπορούσε να τα κρατά ανοιχτά. Συνήλθε και ένιωσε ανακούφιση. Ξαφνικά η πείνα έκανε αισθητή την εμφάνιση της με ένα δυνατό γουργούρισμα στην κοιλιά. Μπήκε στο σπίτι, χτένισε τα μαλλιά της και φόρεσε τα σανδάλια της. Πήρε το σακίδιό της και κατηφόρισε προς το φούρνο στην παραλία. Ήταν μια ακόμη υπέροχη μέρα στο νησί. Μια ξέγνοιαστη και υπέροχη μέρα. Έφερε στο μυαλό της καθώς κατηφόριζε τα αγαπημένα της πρόσωπα. Μια γλυκιά νοσταλγία την κατέκλυσε. Πήρε κι έδωσε πολύ αγάπη. Ήξερε πως μοιράσθηκε έντονα συναισθήματα με τους ανθρώπους που αγάπησε και την αγάπησαν, την ανάθρεψαν… Τους είχε πάντα μαζί της, στην καρδιά και στο μυαλό της. Ήταν η αφετηρία της, τα πρώτα της βήματα και η ώθησή της για τα επόμενα.
Οι σκέψεις σε ταξιδεύουν στο πριν, στο μέλλον. Σε κάνουν να χάνεις το χρόνο, την πραγματικότητα, το τώρα. Αξίζει τον κόπο… Αξίζει; Είχε προσπεράσει το φούρνο και είχε μόλις φτάσει στην παραλία όταν το συνειδητοποίησε. Γέλασε με αυτό που έγινε. Κοντοστάθηκε λίγο και έκανε στροφή προς τα πίσω. Δεν κατάλαβε πώς έπεσε πάνω του. Δεν τον είχε δει καν. Θα πρέπει να στεκόταν πίσω της όσο εκείνη κοιτούσε τη θάλασσα. Τα πόδια της έτρεμαν και η ανάσα της κόπηκε. Κράτησε το βλέμμα της λίγο κάτω από το στόμα του. «Ο Απόλλωνας» σκέφτηκε.
Εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση, ούτε προς τα δεξιά, ούτε προς τα αριστερά. Έμεινε ασάλευτος στη θέση του να την κοιτάζει.
-Καλημέρα!
Τα ‘χασε! Εκείνος την καλημέρισε και εκείνη έμεινε βουβή, βουβή να τον κοιτάζει στο στόμα. Βρήκε την δύναμη και σήκωσε το βλέμμα της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Τα μάτια του Απόλλωνα. Δύο μπλε θάλασσες, που θα έδινε τα πάντα να χαθεί μέσα τους. Κάτι της θύμισαν. Συγκρατήθηκε…
-Καλημέρα! Γνωριζόμαστε; Τον ρώτησε κάπως απότομα…
Έφερε το χέρι του στα πυκνά του μαλλιά και τα έστρωσε πίσω. Το πρόσωπό του φωτίστηκε τη στιγμή που διαγράφτηκε ένα μεγάλο χαμόγελο.
-Πολύ καλά θα έλεγα. Από την καλή… και από την ανάποδη. Το τελευταίο το τόνισε λιγάκι παραπάνω και έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό της.
Συγκρατήθηκε ήδη μία φορά. Κατάφερε να σταθεί στα πόδια της. Τώρα; Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Ήθελε να φύγει από τη θέση της, να πετάξει μαζί με τους γλάρους, να γευτεί την αλμύρα της θάλασσας και να μυρίσει το άρωμά της… Η μυρωδιά! Πόσο έντονο συναίσθημα. Θυμάσαι ανθρώπους από τη μυρωδιά τους. Μένει ανεξίτηλη στη μνήμη. Η δική του μυρωδιά την μέθυσε.
-Δεν μπορώ να θυμηθώ. Λυπάμαι… Χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα της.
Είναι απίστευτο το πώς η παρουσία του την έκανε να χάνει τα λόγια της. Την αποσυντόνιζε η παρουσία του, η μυρωδιά του… Πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Αυτό την τρέλανε! Την τρέλανε γλυκά και τη βασάνισε υπέροχα! Αποζητούσε την τρέλα και της άρεσε ο βασανισμός… «Τι στο καλό έχω πάθει;» σκέφτηκε.
-Προτείνω λοιπόν, αν έχεις χρόνο φυσικά, να πάμε για έναν καφέ και κει θα σου λύσω κάθε απορία σου.
Της το ζήτησε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο, τόσο ευγενικά που δεν μπόρεσε να αρνηθεί. Του έγνεψε με το κεφάλι και εκείνος πρότεινε το χέρι του δίνοντάς της χώρο να περάσει προς τα μπρος. Την οδήγησε σε ένα γωνιακό καφενεδάκι στην άκρη της παραλίας, κάτω από έναν πλάτανο. Της τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει και εκείνη υπάκουα το έκανε. Σε λίγο δύο ποτήρια φραπέ και δύο μπουκαλάκια νερό έφτασαν και ο καφετζής τα τοποθέτησε στο τραπέζι.
-Στην υγειά σας! Είπε απευθυνόμενος και στους δύο και έφυγε γρήγορα προς τα μέσα.
Εκείνος πήρε πρώτος το ποτήρι του φραπέ στα χέρια του και ρούφηξε μια αρκετά μεγάλη ποσότητα. Το άφησε ξανά στο τραπεζάκι και την κοίταξε στα μάτια.
-Χάρηκα όταν άκουσα πως ήρθες πίσω στο νησί. Καταλαβαίνω πως πέρασες δύσκολα μετά το χαμό των δικών σου! Στενοχωρήθηκα πολύ. Δεν αξίζει σε κανέναν ένας τέτοιος πόνος.
Την είδε να παίρνει το βλέμμα της από πάνω του και να κοιτά ψηλά στον ουρανό. Τα μάτια της θαρρείς και ήταν υγρά. Σφίχτηκε. Δεν ήθελε να την βλέπει έτσι…
-Συγνώμη αν σου θύμισα δύσκολες στιγμές. Άθελά μου έγινε. Πίστεψέ με, την ικέτεψε.
-Δεν πειράζει, αποκρίθηκε εκείνη και του χαμογέλασε.
-Και τώρα ας παρουσιαστώ. Είμαι ο Νίκος. Ο Νίκος, ο γιος του Μανώλη του ψαρά. Χαμογέλασε θριαμβευτικά σχεδόν.
Ο γιος του Μανώλη του ψαρά. Τον θυμόταν το Νίκο των παιδικών της χρόνων. Ένα λιανό ψηλό παιδί. Ήταν ένα παιδί μεγαλύτερο από εκείνη. Τον έβλεπε να βοηθά τον πατέρα του τις ώρες που εκείνη πλατσούριζε αμέριμνα με τις φίλες της στην παραλία. Θυμόταν τα παιχνίδια με τα άλλα παιδιά στην πλατεία του χωριού και στην αυλή της εκκλησιάς, στο ύψωμα. Τον θυμόταν να κάθεται στη βάρκα του πατέρα του και να ράβει με τις ώρες τα δίχτυα. Τον κοίταζε να κουβαλά με τα λεπτά του χέρια κουβάδες νερό από τη θάλασσα για να την ξεπλύνει. Ήταν σα να άκουγε τα παιδιά να τον φωνάζουν… ψαροκασέλα. Τα παιδιά γίνονται πολύ σκληρά καμιά φορά χωρίς να το καταλαβαίνουν. Όχι! Ο Νίκος δεν μύριζε ψαρίλα! Μοσχοσάπουνο μύριζε και τα ρούχα του ήταν πάντα καθαρά. Εκείνα όμως επέμεναν να τον φωνάζουν ψαροκασέλα και πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί του. Δεν ξεχνούσε το θυμωμένο του ύφος, παρ’ όλες τις νίκες του, σε κάθε φιλονικία. Έσιαζε τα ρούχα του, έστρωνε τα μαλλιά του και έφευγε πάντα έχοντας σφιγμένα τα χέρια του σε γροθιές. Αυτός ήταν ο Νίκος. Ένα πληγωμένο παιδί, που δεν έχανε ποτέ το κέφι του για παιχνίδι και για να το προλάβει σηκωνόταν από τα χαράματα για να βοηθήσει τον πατέρα του. Ο Νίκος ήταν ένας μαχητής για εκείνη.
Δεν θα ξεχνούσε ποτέ το βλέμμα της όταν τον πλησίασε μετά από έναν καβγά με τα παιδιά του νησιού. Στο μπράτσο του είχε μία βαθιά γρατσουνιά που έτρεχε αίμα. Κατσούφιασε όταν την είδε να απομακρύνεται τρέχοντας. Το θέαμα φυσικά δεν ήταν το καλύτερο. Αίμα πάνω στο δέρμα, στα ρούχα. Αίμα μπλεγμένο με χώμα και γρασίδι. Πώς να αντέξει το θέαμα ένα ντελικάτο κορίτσι; Γούρλωσε τα μάτια όταν την είδε να τρέχει προς το μέρος του, όπως τρέχοντας είχε φύγει νωρίτερα. Κρατούσε στα χέρια μία σακουλίτσα με την επωνυμία του φαρμακείου της παραλίας. Έβγαλε με προσοχή τα υλικά και τα άπλωσε στο πεζούλι και του έκανε νεύμα να πάει κοντά της. Ένιωθε τόσο μοναδικός. Κανένας πόνος, κανένα τσούξιμο δεν θα τον έκανε να προσγειωθεί από κει που βρισκόταν! Η πριγκίπισσά του! Αυτή ήταν! Έτσι την έλεγε από μέσα του κάθε φορά που την έβλεπε. Η πριγκίπισσά του τού καθάρισε την πληγή και του χαμογέλασε. Η υπόλοιπη παρέα τους κοιτούσε αποσβολωμένη και σαν να ζήλεψαν λιγάκι για όλη αυτή την περιποίηση.
-Καταλαβαίνω την έκπληξή σου, της είπε διακόπτοντας τις σκέψεις της. Θα περίμενες να με δεις πάνω σε ένα καΐκι να ψαρεύω ίσως… γέλασε.
-Ίσα, ίσα! Ήταν το μόνο που δε θα περίμενα μετά από όσα πέρασες από τα παιδιά της γειτονιάς. Έκανε μια παύση, τον κοίταξε και συνέχισε. Συγνώμη αν έγινα σκληρή αλλά δεν τράβηξες και λίγα…
-Οι αντιδράσεις τους και η λέξη ψαροκασέλα δεν έφυγαν από το μυαλό μου. Με πείσμωσαν είναι η αλήθεια. Αυτά όμως με βοήθησαν να κάνω ένα βήμα παραπάνω από αυτό που φαινόταν να μου επιφυλάσσει η μοίρα μου στο νησί.
Μίλησαν για ώρες. Ξέχασε την πείνα της. Χόρτασε με όσα της περιέγραφε. Της είπε για τις επιδόσεις του στο σχολείο, τις σπουδές του στην Αθήνα, το μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και την επιστροφή του στο νησί για να προσφέρει στους κατοίκους, που τόσο αγαπούσε, ό,τι καλύτερο μπορούσε. Πάλεψε. Πάλεψε για να σπουδάσει. Τα έβγαλε πέρα δουλεύοντας σκληρά στην Αθήνα και ποτέ δεν σταμάτησε να βοηθά τον πατέρα του όταν κατέβαινε στο νησί. Η υποτροφία στις σπουδές του ήταν μεγάλη ανάσα και για εκείνον και για την οικογένειά του. Ύστερα ήρθε το μεταπτυχιακό του. Το ήθελε όσο τίποτε άλλο, μα τα οικονομικά του δεν του το επέτρεπαν. Αν θέλεις κάτι πολύ είναι σαν να συνωμοτεί το σύμπαν για να το πραγματοποιήσεις, έτσι δε λένε; Ο νονός και η νονά του ανέλαβαν όλα τα έξοδα. Χρόνια στην Αμερική είχαν την οικονομική ευκολία να του δωρίσουν όλα τα χρήματα για ένα καλό μεταπτυχιακό, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όποια χώρα του εξωτερικού θα επέλεγε ο ίδιος. Αυτό και έκανε. Διάλεξε… το Λονδίνο.
-Μη με κοιτάς έτσι. Ναι! Στο Λονδίνο ήμουν. Ήξερα που μένατε, ήμουν εκεί όταν έχασες τους δικούς σου. Ήρθα… στην κηδεία. Δεν βρήκα το κουράγιο να σου μιλήσω…
Η βροχή είχε ενωθεί με τα δάκρυα εκείνη τη μέρα. Ο πόνος ήταν αβάστακτος και ο θρήνος της του σπάραξαν την καρδιά. Δεν ήθελε να βλέπει έτσι την πριγκίπισσά του. Εκείνη που συμπονούσε τους πάντες…. Εκείνη είχε φερθεί τόσο τρυφερά και τόσο αποφασιστικά στην επούλωση της πληγής του… Δεν είχε καταφέρει να της πει πως είχε επουλώσει και το τραύμα της ψυχής του εκείνη τη στιγμή… Ήθελε να πάει κοντά της και να την αγκαλιάσει. Ήθελε να της υποσχεθεί πώς θα ήθελε να της διώξει κάθε πόνο, μα ήξερε πως αυτό θα ήταν ψέμα. Μετά τη θλίψη και τον πόνο θα ερχόταν ο θυμός. Ένας θυμός γιατρικό, που σε πεισμώνει και σε κάνε δυνατό. Ευχόταν η πριγκίπισσά του να βρει αυτή τη δύναμη σύντομα και να σταθεί έτσι όπως της αξίζει. Και τα κατάφερε! Μάθαινε για κάθε της προσπάθεια και όταν αυτή στεφόταν με επιτυχία, καμάρωνε. Χαιρόταν και καμάρωνε.
Μέρος 4ο
Μέρος 4ο
Έμαθε για την απόφασή της να γυρίσει στο νησί και την παραίτησή της από την εταιρεία από… τον Ίαν. Ο Ίαν του έλεγε τα πάντα σε μία παμπ αρκεί… να τον κέρναγες μερικά ποτήρια μπύρας και κάνα δυο σφηνάκια. Δούλευαν μαζί με τη Μυρτώ και ο Νίκος τον «ψάρεψε» έξω από την εταιρεία μία -τι άλλο;- βροχερή μέρα. Κάτω από τη στάση του λεωφορείου μίλησαν στην αρχή για το μουσκίδι τους και αφού γέλασαν ο Νίκος του πρότεινε ένα ποτό για να στεγνώσουν, δήθεν. Αηδίαζε κάθε φορά που ένιωθε το βλέμμα του Ίαν να γλιστρά πάνω του και με ευγενικό τρόπο απέτρεπε κάθε κίνησή του προς το μέρος του. Αργότερα κατάλαβε πως ο Ίαν δεν έπινε μόνο από συνήθεια αλλά για να πνίξει και τα αισθήματά του για τον όμορφο Έλληνα. Τον έπνιγε το ενδιαφέρον του για την άλλη Ελληνίδα, τη Μυρτώ, που όλο ρωτούσε για εκείνη… Το ξέσπασμά του ένα βράδυ στην παμπ και η ερωτική εξομολόγηση που του έκανε μπροστά στους θαμώνες έφερε το τέλος στη… συνεργασία τους.
-Καταλαβαίνω. Δεν πειράζει! Και ‘γω δεν ήμουν σε θέση να μιλήσω σε κανέναν… Δεν είχα καν συνειδητοποιήσει για ποιο λόγο βρισκόμουν εκεί, έψαχνα τους γονείς μου στο πλήθος και ένιωθα καυτό και βασανιστικό το χάδι της θείας μου στο λαιμό μου. Καυτό σαν σίδερο. Όταν άνοιξαν τα φέρετρα… ένας λυγμός ακούστηκε και τα μάτια της δάκρυσαν.
Άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι και έπιασε το δικό της που έτρεμε.
-Ησύχασε. Πόσο ηλίθιος είμαι που σου τα θύμισα όλα αυτά. Τι πρέπει να κάνω για να χαμογελάσεις; Θα κάνω ότι μου ζητήσεις!
-Δεν φταις εσύ! Αυτή η εικόνα δε φεύγει από το μυαλό μου. Με στοίχειωσε και θα με στοιχειώνει πάντα.
Τράβηξε αμήχανα το χέρι της κάτω από το δικό του την ώρα ακριβώς που χτύπησε το κινητό του. Τον άκουσε να απαντά μονολεκτικά και με τα μάτια της τον… φωτογράφιζε. Τα πλούσια μαλλιά του, τα μπλε του μάτια, το γυμνασμένο του κορμί… Ο Απόλλωνάς της ήταν σίγουρα γυμνασμένος. Βούλιαξε στην καρέκλα της και κοκκίνισε.
Την κοίταξε με απορία. Ξαφνικά τα μάγουλά της ήταν κόκκινα. Ήλπιζε μόνο να μην την είχε πειράξει ο ήλιος που την χτυπούσε τα τελευταία λεπτά στο πρόσωπο. Από την άλλη, είχε κλείσει τα μάτια της. «Ποιος ξέρει που ταξιδεύει η πριγκίπισσά μου» σκέφτηκε και χαμογέλασε.
-Πρέπει να φύγω, της είπα απαλά λες και δεν ήθελε να την τρομάξει. Με καλεί το καθήκον.
-Καταλαβαίνω. Να πας. Χάρηκα που τα είπαμε.
-Εγώ να δεις.
Σηκώθηκε και έφυγε βιαστικά. Έμεινε να τον κοιτάζει ξανά κρατώντας την ανάσα της. «Εγώ να δεις» επανέλαβε μέσα της. Είχε καταφέρει να την αποσυντονίσει αυτή η επαφή. Στο μυαλό της γινόταν ένα πανηγύρι. Φωνές, γέλια, τραγούδια. Τραγούδια και κρασί. Άφθονο κρασί. Ένιωθε μεθυσμένη. Ο έρωτας μοιάζει με το μεθύσι. Κάνει τους ανθρώπους θερμούς, εύθυμους και διαχυτικούς, όπως έλεγε και ο Πλούταρχος, ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός. Σίγουρα θα πρέπει να είχε νιώσει αυτό το μεθύσι ο ίδιος. Αν δεν το είχε νιώσει πώς θα μπορούσε να το περιγράψει τόσο γλαφυρά;
-Τι σκέφτομαι Θεέ μου, μουρμούρισε. Γύρισε να πιάσει το σάκο της όταν ο μαγαζάτορας έφτασε δίπλα της.
-Είναι κερασμένα από το γιατρό μας, της είπε και χαμογέλασε.
Όσο εκείνος μάζευε τα ποτήρια, η Μυρτώ επεξεργαζόταν το «γιατρό μας». Ο Νίκος είχε γίνει γιατρός. «Μπράβο στον Νίκο». Πήρε το σάκο της, χαιρέτησε τον καφετζή και προχώρησε προς το φούρνο. Μπήκε και αγόρασε ότι βρήκε μπροστά της. Δεν έχασε χρόνο. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι είχε κιόλας φάει μία κασερόπιτα και μία πίτα με ταχίνι.
-Τι κάνεις εκεί; Έχεις γεμίσει με ψίχουλο παντού! Η Άννα άρχισε να της τινάζει το παρεό της και να της καθαρίζει τα μαλλιά. Σταμάτα να μασουλάς και σου έχω νέα! Όλο το πρωί σε έψαχνα. Πού στο καλό ήσουν; Με ακούς;
-Θα με πνίξεις! Σε ακούω. Τι έγινε;
-Γύρισε ο Γιάννης από την Αθήνα και θέλω να στον γνωρίσω. Δεν θα μείνει πολύ στο νησί. Έλα. Άσε την πίτα και προχώρα.
Την τράβηξε από το μπράτσο και προχώρησαν προς το σπίτι. Ίδια διαρρύθμιση με το δικό της. Χρειάστηκε να περάσουν από όλα τα δωμάτια μέχρι να φτάσουν στην αυλή στο πίσω μέρος. Στο τραπέζι καθόταν οι γονείς της και ένας νεαρός που μόλις τις είδε πετάχτηκε από την καρέκλα του.
-Σας την έφερα! Γιάννη από ‘δω η Μυρτώ μου. Μυρτώ μου, αυτός είναι ο Γιάννης μου!
Η μέρα κύλησε με φαγητό, πολύ φαγητό και κουβέντα. Το νεαρό ζευγάρι φαινόταν και ήταν πολύ ερωτευμένο. Η Μυρτώ χαιρόταν με την ευτυχία της φίλης της. Μόλις βράδιασε η Άννα πήρε τη Μυρτώ στο δωμάτιό της και με ζήλο άρχισε να τη βάφει στο πρόσωπο.
-Δεν θα ήταν καλύτερα να βγαίνατε οι δυο σας σήμερα; Τόλμησε να ρωτήσει.
-Ούτε να το σκέφτεσαι! Σήμερα θα έρθεις μαζί μας. Έτοιμη! Πήγαινε να ντυθείς και θα σε περιμένουμε απ΄ έξω!
-Στις διαταγές σου! Είπε η Μυρτώ γελώντας και αποδίδοντάς της έναν στρατιωτικό χαιρετισμό.
Έτρεξε στο σπίτι της απέναντι και έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Άναψε το φως στο σαλόνι και πέρασε στην κάμαρά της. Από την ντουλάπα της έβγαλε ένα καλοκαιρινό μακρύ φόρεμα, που της αγκάλιαζε το στήθος και από τη μέση και κάτω άνοιγε και έπεφτε ασύμμετρα πάνω στα πόδια της. Στο χέρι φόρεσε ένα φαρδύ κοκάλινο βραχιόλι. Έδεσε τα σανδάλια της και στάθηκε στον σκαλιστό καθρέπτη να χτενίσει τα μαλλιά της. Έβαλε δυο σταγόνες από το άρωμά της στο λαιμό, πήρε την τσάντα της και βγήκε κλείνοντας τα φώτα από τα δωμάτια.
-Φιλενάδα είσαι μία κούκλα! Της είπε η Άννα μόλις την αντίκρισε.
-Χάρη στα υπέροχα χεράκια σου! Της απάντησε η Μυρτώ και χαμογέλασε.
-Είμαι περήφανος που σήμερα θα συνοδεύω δύο κούκλες! Είπε γελώντας ο Γιάννης και τις έκανε νόημα να ξεκινήσουν.
Η πλατεία ήταν ήδη γεμάτη με κόσμο. Ντόπιο αλλά και ξένους. Η τουριστική καλοκαιρινή σεζόν έφερνε πολλούς στο νησί. Τα δωμάτια και τα ξενοδοχεία πλημμύριζαν από κόσμο. Τα καθημερινά δρομολόγια των πλοίων αύξησαν τις αφίξεις τουριστών και τα κρουαζιερόπλοια όταν αγκυροβολούσαν κατέβαζαν πλήθος τουριστών, που ξεχύνονταν στα μαγαζιά με τα σουβενίρ, στο μουσείο του νησιού, στα καφενεία, τα εστιατόρια και στις παραλίες. Πολύς κόσμος, πολύ φασαρία… Και στην πλατεία η φασαρία έφερνε τις παρέες κοντά για να μπορούν να ακούν και να ακούγονται. Το τραπέζι τους κάτω από τον πλάτανο, στο μαγαζί του κυρ Γιώργη, τους περίμενε. Ο ίδιος τους καλωσόρισε με ένα μεγάλο χαμόγελο, έστριψε το μουστάκι του και έβγαλε από το αυτί το στυλό για να σημειώσει την παραγγελία τους, στο μικρό τεφτέρι που κρατούσε στο άλλο του χέρι. Για μια ακόμη φορά, υπερίσχυσε το γνωστό «πρώτα χορταίνει το μάτι και μετά η κοιλιά». Το τραπέζι κόντευε να σπάσει από τις πιατέλες με τα θαλασσινά, τις σαλάτες, τα ορεκτικά… Ήρθε και το κρασί με τα αναψυκτικά, το φρυγανισμένο ψωμί με το λάδι και τη ρίγανη.
-Να δω ποιος θα τα φάει όλα αυτά, είπε η Μυρτώ κοιτώντας το πιάτο της.
-Εμείς! Απάντησε ο Γιάννης. Ή θα κάνουμε τουλάχιστον μια φιλότιμη προσπάθεια να τα φάμε. Τελικά πάλι πολλά παράγγειλα…
-Καλά που το κατάλαβες, του είπε η Άννα και γέλασε.
-Ήθελα τα καλύτερα για τα κορίτσια μου! Ελπίζω να μείνει λίγος χώρος για το χαλβά μετά, συμπλήρωσε ο Γιάννης με ένα παραπονιάρικο ύφος και εκείνες ξέσπασαν σε γέλια.
Τα πιρούνια και τα μαχαίρια άστραψαν και βρόντηξαν. Η κανάτα με το σπιτικό κρασί μισοάδειασε και όλοι τους είχαν κιόλας χορτάσει. Ο Γιάννης είχε φάει περισσότερο από όλους. Αυτό ήταν αλήθεια. Για συμπαράσταση έγειρε το κεφάλι του στον ώμο της Άννας και άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά του.
-Νομίζω πως θα εκραγεί, της είπε τρυφερά κι εκείνη του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.
Είναι υπέροχο συναίσθημα ο έρωτας. Κοιτάζονταν με λατρεία. Χάιδευε ο ένας τον άλλον και μιλούσαν τρυφερά. Τρυφερά και σιγανά να μην ακουστούν. Τα λόγια της αγάπης ήταν δικά τους. Μόνο δικά τους. Αν τα πάρει και ο άνεμος θα χαθούν. Αν φτάσουν σε φλύαρα αυτιά θα χάσουν την μοναδικότητά τους. Αν ακουστούν από ανθρώπους μίζερους, κακότροπους, ζηλιάρηδες, θα γίνουν σχόλια και χλευασμός. Αλήθεια; Θα μπορούσε να αποτυπωθεί η αγάπη σε έναν καμβά; Και αν μπορούσε να αποτυπωθεί, ποια χρώματα της άξιζαν; Ένιωθε τόσο χαρούμενη για τη φίλη της. Τόσο χαρούμενη για τη φίλη της και τόσο… μόνη. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της τη μοναξιά που ένιωσε, μα δεν τα κατάφερε. Αναπόλησε τις σχέσεις της. Τίποτα το σπουδαίο… Δυο τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να βρει έναν άνθρωπο, έναν σύντροφο. Άκαρπες προσπάθειες. Δεν έριχνε το φταίξιμο σε εκείνους. Όχι! Για κανέναν λόγο. Ούτε αυτοκριτική τόλμησε να κάνει. Το άφησε και πέρασε.
Οι ώρες της μοναξιάς περνούν μαρτυρικά. Με ένα ποτήρι κρασί κάθισε στο τραπέζι της αυλής και σκεφτόταν. Ο άνεμος της έπαιρνε τα μαλλιά και της τα έφερνε στο πρόσωπο. Καμία αντίδραση από εκείνη. Βουβή και ακίνητη με το ποτήρι στο χέρι, παραδόθηκε στη μοναξιά της. Έφερε στο μυαλό της τον Απόλλωνά της και το σώμα της ρίγησε στη σκέψη του. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω. Άφησε το ποτήρι να πέσει από τα χέρια της και έμεινε να κοιτάζει τα αστέρια στον ουρανό. Τη μοναξιά της στιγμής θα μπορούσε να τη ζωγραφίσει άραγε;
Πρόσκληση στη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια» Από Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα Η λογοτεχνική ιστοσελίδα «Λόγω γραφής»...
-
Μέρος 8ο -Γιάννη! Γιάννη! Πού είσαι; -Εδώ μωρό μου. Στις διαταγές σου. -Άσε τις χαζομάρες και έλα που πρέπει να σου πω. Η Μυρτώ πού είναι;...
-
Μέρος 2ο Δεν πείραξε τίποτα! Το φρόντισε μόνο με στοργή. Το αέρισε, το έβαψε και φύτεψε λουλούδια στους βαμμένους τενεκέδες στο πλακόστρ...
-
Μέρος 4 ο Έμαθε για την απόφασή της να γυρίσει στο νησί και την παραίτησή της από την εταιρεία από… τον Ίαν. Ο Ίαν του έλεγε τα πάντα σε ...
